WELCOME TO THE
GREEK ORTHODOX CHURCH OF ST. NICHOLAS CARDIFF


IMPORTANT ANNOUNCEMENTS

Dear brethren,
We would like to inform our Parishioners that every Sunday, after the Divine Liturgy, between 11:45am and 2:30pm, our Church will be open for private prayer with the understanding that only one person (or one family bubble) at a time may enter the Church and pray. Other days you may contact our priest Father Iakovos by calling at +44 (0) 7970 838 043. We will be adhering to government guidelines.

Coronavirus regulations: frequently asked questions (opens new link)

ELECTION OF OUR SPIRITUAL FATHER ARCHIMANDRITE
IAKOVOS SAVVA AS BISHOP OF KLAVDIOUPOLIS

It is with great joy that we were informed about the ultimate honour of the election of our spiritual Father and Priest in charge Archimandrite Iakovos Savva as Bishop of Klavdioupolis. The Bishop-elect serves the Biblical Holy Archdiocese of Thyateira and Great Britain since 1993. He serves our historic community since 2000 and will continue to serve the Church of Almighty God from the position of the Assistant Bishop of His Eminence Archbishop of Thyateira and Great Britain Nikitas. The members of the Church committee, the Ladies Philanthropic Association, the Trustees and the parishioners of our Church wish wholeheartedly with fear of God and humbleness health and strength to His Grace in order to be able to fulfil successfully his new duties. Axios!

UPCOMING SERVICES

Celtic cross

LATEST NEWS

12 APRIL / 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ- Saint Basil the Confessor the Bishop of Barium- Saint Acacius the New of Kavsokalyvia (Holy Mountain)[Greek text follows below]Saint Basil the Confessor the Bishop of Barium, St Basil the Confessor, Bishop of Parium, lived during the eighth century. He was elected as bishop by the inhabitants of Parium, who venerated the saint as a true pastor of the flock of Christ.When the Iconoclast heresy broke out, St Basil resolutely came out on the side of icon veneration and refused to sign the orders for their abolition, the “Iniquitous Scroll” of the Council of 754 which was convened under the emperor Constantine V Copronymos (741-775). The saint avoided any contact with the heretics and did not permit them into his diocese. For his zeal he suffered much persecution, hunger and deprivation.St Basil remained faithful to the Orthodox Church until his death.(source: oca.org)Saint Acacius the New of Kavsokalyvia (Holy Mountain)Saint Acacius the New was a monk at the Holy Trinity monastery of St Dionysius of Olympus (January 24) at Zagora. After visiting several monasteries on Mount Athos, the saint on the advice of his father-confessor, Father Galacteon, settled in the skete monastery of St Maximus the Hut-Burner (“Kavsokalyvites”, January 13), who repeatedly appeared to the ascetic.The exploits of St Acacius were extremely severe: in place of bread he ate dry grass, which he crushed with a piece of marble. When asked how much a monk ought to sleep, he said that for a true monk half an hour even was sufficient. He said, “In order to conquer the flesh, a monk must practice two virtues: fasting and vigil.” In spite of his age and illness, he was an example of this.Once, when St Acacius had come on a Sunday to the skete church, the igumen Neophytus handed him his own staff and said, “Father, take the staff, and be the Superior for all these brethren until your last breath.” St Acacius kissed the hand of the igumen, and accepted the staff with all humility. Although previously he had walked with a staff because of his age, from that time forward the righteous one no longer held a staff in his hand.For his exalted exploits St Acacius was granted the gifts of unceasing mental prayer and divine revelations. He fell asleep in the Lord on April 12, 1730, being nearly a hundred years old.(source: oca.org)*******************************- Άγιος Βασίλειος ο Ομολογητής Επίσκοπος Παρίου- Άγιος Ακάκιος ο Νέος, ο ΚαυσοκαλυβίτηςΆγιος Βασίλειος ο Ομολογητής Επίσκοπος ΠαρίουΑπτόητος πρόμαχος της τιμητικής προσκύνησης των εικόνων ο Βασίλειος, αποδοκίμασε με όλες του τις δυνάμεις τους εικονομάχους αυτοκράτορες. Η μεγάλη θεολογική του κατάρτιση σε συνδυασμό με την ενάρετη ζωή του, τον ανέδειξαν επίσκοπο της πόλης Παρίου στις ακτές της Προποντίδας.Η στάση του όμως αυτή έναντι των εικονομάχων αυτοκρατόρων έγινε αιτία να διωχθεί σκληρά. Υπέστη πολλά δεινά και πέρασε «εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι» (Β' προς Κορινθίους, ια' 27), δηλαδή, με πείνα και δίψα, με νηστείες πολλές φορές, με κρύο και γυμνότητα. Αλλά ο Βασίλειος, όπου και αν τον εξόριζαν οι αυτοκράτορες, ποτέ δεν έχανε την ευκαιρία να υπερασπίζει την Ορθοδοξία. Αναφέρεται δε ότι κατά τους χρόνους της βασιλείας του Μιχαήλ του Τραυλού (820 - 829 μ.Χ.) και του Θεοφίλου (829 - 842 μ.Χ.) διέμενε εξόριστος σε κάποιο μικρό νησί προ της Κωνσταντινουπόλεως. Τέλος, τον αξίωσε ο Θεός να δει το θρίαμβο της Ορθοδοξίας και συγχρόνως το ναυάγιο της εικονομαχίας.Όταν επέστρεψε στην επισκοπή του, τον υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές και εκεί παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο.Ο Άγιος Βασίλειος χειροτόνησε διάκονο και πρεσβύτερο τον μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Άγιο Ιγνάτιο Α' (τιμάται 23 Οκτωβρίου).(πηγή: saint.gr)Άγιος Ακάκιος ο Νέος, ο ΚαυσοκαλυβίτηςΟ Όσιος Ακάκιος έζησε και ανεδείχθη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μάλλον λίγα χρόνια μετά το έτος 1630 μ.Χ., στο χωριό Γόλιτσα των Αγράφων, της (τότε) επαρχίας Φαναρίου και Νεοχωρίου, στη σημερινή κοινότητα Αγίου Ακακίου του νομού Καρδίτσας. Οι γονείς του, ευσεβείς και ενάρετοι Χριστιανοί, με την εργασία τους κατόρθωσαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια να εξασφαλίσουν τα αναγκαία της ζωής τους με αυτάρκεια και στοργικά είχαν αφοσιωθεί στην ανατροφή των δύο παιδιών τους που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο πρόωρος θάνατος του πατέρα συγκλόνισε την οικογένεια και επισκίασε την ευτυχία τους.Ο Αναστάσιος, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Οσίου, έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα τους με τη βαθιά χριστιανική πίστη και την ευσέβειά της αγωνίζεται αγώνα σκληρό «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» και αναλαμβάνει μόνη της το βάρος της οικογενειακής ευθύνης. Εργάζεται αγόγγυστα για να συντηρήσει τα δύο ανήλικα παιδιά της και να τα αναθρέψει με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.Πολύ σύντομα στο πλευρό της γυναίκας του βρέθηκε και ο μικρός Αναστάσιος, για να αναλάβει και εκείνος ένα μέρος από τις ευθύνες για τη συντήρηση της οικογένειάς του.Ο λόγος του Ευαγγελίου είχε συγκλονίσει από νωρίς την καρδιά του Αναστασίου και η φλόγα της θείας αγάπης θέρμαινε την παιδική του ψυχή. Ένιωθε ζωηρά και πολύ έντονα την κλίση και τον ζήλο προς τον μοναχικό βίο. Γι' αυτό απέφευγε τον θόρυβο του κόσμου και αναζητούσε συχνά την ησυχία σε τόπους ερημικούς. Εκεί, αφοσιωμένος στον Θεό, διέθετε όλο τον χρόνο του στην προσευχή και τη νηστεία. Σύντομα αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και σε ηλικία είκοσι τριών ετών έφυγε προς τα μέρη της Ζαγοράς Βόλου. Κατέληξε στο μοναστήρι της Σουρβιάς, που είχε χτίσει ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή της Μακρυνίτσας Βόλου και είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα.Όταν έφθασε στο μοναστήρι τον υποδέχθηκαν με καλοσύνη. Παρουσιάσθηκε στον ηγούμενο και με όλο τον σεβασμό ανέφερε τον σκοπό της επισκέψεώς του. Εκείνος τον άκουσε με προσοχή και του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τις δυσκολίες της μοναχικής ζωής, αλλά και το αυστηρό πρόγραμμα της μονής. Ο Αναστάσιος όμως επέμενε, δίνοντας την υπόσχεση πως με την βοήθεια του Θεού θα υπερνικήσει όλα τα εμπόδια και θα ανταποκριθεί στα καθήκοντα που όριζε η μοναχική πολιτεία. Ο ηγούμενος, ως έμπειρος πνευματικός, διέγνωσε τον ένθεο ζήλο του Αναστασίου και διαπίστωσε την αμετακίνητη και σταθερή απόφασή του να μονάσει. Έτσι τον δέχθηκε στο μοναστήρι. Εκεί ο Αναστάσιος εκάρη μοναχός με το όνομα Ακάκιος. Και την ίδια νύχτα που δέχθηκε το αγγελικό σχήμα και περιεβλήθηκε το μοναχικό ένδυμα, αξιώθηκε με θεία οπτασία. Είδε σαν να βαστούσε στα χέρια του μια αναμμένη λαμπάδα, που είχε φως υπέρλαμπρο και φώτιζε όλο τον τόπο εκείνο.Ο νέος μοναχός με την συμπεριφορά, την εργατικότητα και την πνευματικότητά του κέρδισε την αγάπη και την συμπάθεια όλων των πατέρων της μονής. Όμως, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις του μοναστηριού δεν τον ικανοποιούσαν πλέον, διότι πολύ σύντομα είχε κατακτήσει τις μοναχικές αρετές του απλού μοναχού και η ψυχή του αναζητούσε άλλο χώρο για απόλυτη ησυχία και μεγαλύτερη άσκηση.Έτσι, μεταξύ των ετών 1660-1670 μ.Χ., αναχωρεί για το Άγιον Όρος. Αρχικά ο Όσιος κατευθύνθηκε στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας και κατέφυγε σε κάποιο σπήλαιο, κοντά στη «Σκήτη του Καυσοκαλύβη», όπου ασκήτεψε για ένα χρονικό διάστημα. Το ενδιαφέρον του για την όσο το δυνατόν καλύτερη μόρφωσή του, τον οδήγησε στο να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ασκήσεως και πνευματικής εργασίας. Χωρίς καμιά καθυστέρηση επισκέπτεται μοναστήρια και σκήτες, ερημητήρια ησυχαστών και σπήλαια ασκητών και αναζητεί, «ὡς ἐλαφρῶς διψώσα ἐπὶ τᾶς πηγᾶς τῶν ὑδάτων», τους εκλεκτούς και δοκιμασμένους μοναχούς. Υποτάσσεται πρόθυμα σε αυτούς, συνεργάζεται μαζί τους και μαθητεύει με υπομονή κοντά τους.Ο Όσιος φθάνει τελικά στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου και μετά από σύντομη επίσκεψη σε αυτό απομακρύνεται σε ερημική τοποθεσία επάνω στο μοναστήρι, για να ησυχάσει. Εκεί έμεινε πολύ καιρό και κάθε Σάββατο κατέβαινε στο μοναστήρι και εκκλησιαζόταν.Επόμενος σταθμός του ήταν η σκήτη του Παντοκράτορος, όπου συναντήθηκε με τον γνωστό από το μοναστήρι της Σουρβιάς γέροντα πνευματικό του, που είχε έλθει από τη Ζαγορά του Βόλου για να σπουδάσει τη βυζαντινή μουσική. Ο γέροντας χάρηκε πάρα πολύ όταν συναντήθηκε με τον Όσιο και ζήτησε να τον πάρει μαζί του ως μοναχό. Εκείνος όμως ζήτησε την ευχή του και τον παρακάλεσε να μην επιμείνει, διότι ήθελε να ασκητέψει μόνος του.Ύστερα από την συνάντηση αυτή ο Όσιος έφυγε από τη σκήτη του Παντοκράτορος προς άγνωστη κατεύθυνση και με συμβουλή του γέροντος πνευματικού Γαλακτίωνος ήλθε στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, επάνω στη Μεταμόρφωση, για να μονάσει. Εκεί ασκητεύοντας παρέμεινε είκοσι ολόκληρα χρόνια.Κάποτε ο Όσιος Ακάκιος είδε τον Όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη (τιμάται 13 Ιανουαρίου), με κάτασπρη και αστραφτερή ιερατική στολή, να περιφέρεται και να θυμιατίζει όλο το ναό και ένα πλήθος μοναχών με την ίδια λευκή στολή να τον ακολουθούν. Και όταν ο Όσιος Ακάκιος ρώτησε, «ποιοι ήσαν αυτοί που τον συνόδευαν», ο Όσιος Μάξιμος απάντησε: «Είναι όλοι εκείνοι οι Όσιοι Πατέρες από την περιοχή των Καυσοκαλυβίων, οι οποίοι χάρις σε αυτόν ευρήκαν τη σωτηρία τους».Επειδή τα χρόνια περνούσαν και η περιοχή που ασκήτευε ο Όσιος ήταν δύσβατη και άνυδρη, αναγκάσθηκε να μετακινηθεί χαμηλότερα προς τη θάλασσα, προς το ακρωτήρι της Αθωνικής Χερσονήσου, εκεί όπου βρίσκεται η σημερινή σκήτη των Καυσοκαλυβίων (Αγίας Τριάδος). Εκεί ο Όσιος αναζήτησε την κατοικία του σε ένα μικρό σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του. Με τις σπάνιες αρετές του αναδείχθηκε κατά τον υμνωδό «κορυφαίος των Ασκητών και Θεοφόρων Πατέρων το καύχημα».Ο Όσιος Ακάκιος προέβλεψε και προείπε την κοίμησή του σε όλους τους υποτακτικούς που μόναζαν κοντά του. Ιδιαίτερα όμως στον μοναχό Αθανάσιο, ο οποίος έφθασε στο σπήλαιο του Οσίου από την σκήτη της Αγίας Άννης για να λάβει την ευχή του, είπε: «Εγώ τώρα Αθανάσιε, πηγαίνω στράτα μακρά και πλέον δεν θα βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Να έχεις την ευχή της Παναγίας μας». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του. Ευλόγησε έπειτα τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και κοιμήθηκε με ειρήνη την Κυριακή των Μυροφόρων, το έτος 1730 μ.Χ. και σε ηλικία εκατό περίπου ετών.(πηγή: saint.gr) ... See MoreSee Less
View on Facebook

18 hours ago

Greek Orthodox Church of Saint Nicholas, Cardiff
On Sunday of Saint John Climacus, His Grace Bishop Iakovos of Claudiopolis presided over Matins and the Divine Liturgy at the Greek Orthodox Church of Saint Andrew the Apostle in Weston Super Mare - 11/4/2021 ... See MoreSee Less
View on Facebook
Saint Antipas the Holy Hieromartyr Bishop of Pergamum, 11 April[Greek text follows below]The Hieromartyr Antipas, a disciple of the holy Apostle John the Theologian (September 26), was bishop of the Church of Pergamum during the reign of the emperor Nero (54-68).During these times, everyone who would not offer sacrifice to the idols lived under threat of either exile or execution by order of the emperor. On the island of Patmos (in the Aegean Sea) the holy Apostle John the Theologian was imprisoned, he to whom the Lord revealed the future judgment of the world and of Holy Church.“And to the angel of the Church of Pergamum write: the words of him who has the sharp two-edged sword. I know where you live, where the throne of Satan is, and you cleave unto My Name, and have not renounced My faith, even in those days when Antipas was My faithful martyr, who was slain among you, where Satan dwells” (Rev 2:12-13).By his personal example, firm faith and constant preaching about Christ, St Antipas began to turn the people of Pergamum from offering sacrifice to idols. The pagan priests reproached the bishop for leading the people away from their ancestral gods, and they demanded that he stop preaching about Christ and offer sacrifice to the idols instead.St Antipas calmly answered that he was not about to serve the demons that fled from him, a mere mortal. He said he worshiped the Lord Almighty, and he would continue to worship the Creator of all, with His Only-Begotten Son, and the Holy Spirit. The pagan priests retorted that their gods existed from of old, whereas Christ was not from of old but was crucified under Pontius Pilate as a criminal. The saint replied that the pagan gods were the work of human hands and that everything said about them was filled with iniquities and vices. He steadfastly confessed his faith in the Son of God, incarnate of the Most Holy Virgin.The enraged pagan priests dragged the Hieromartyr Antipas to the temple of Artemis and threw him into a red-hot copper bull, where usually they put the sacrifices to the idols. In the red-hot furnace the martyr prayed loudly to God, imploring Him to receive his soul and to strengthen the faith of the Christians. He went to the Lord peacefully, as if he were going to sleep (+ ca. 68).At night Christians took the body of the Hieromartyr Antipas, which was untouched by the fire. They buried him at Pergamum. The tomb of the hieromartyr became a font of miracles and of healings from various sicknesses.We pray to the Hieromartyr Antipas for relief from toothache, and diseases of the teeth.(source: oca.org)**********************************************Άγιος Αντίπας ο ένδοξος Ιερομάρτυρας Επίσκοπος Περγάμου, 11 ΑπριλίουΟ Άγιος Ιερομάρτυρας Αντίπας έζησε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Διομιτιανού (81 - 96 μ.Χ.). Ήταν σύγχρονος των Αγίων Αποστόλων, οι οποίοι και τον χειροτόνησαν Επίσκοπο της Εκκλησίας της Περγάμου, όταν ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ήταν εξόριστος στην Πάτμο. Στην Αποκάλυψη ο Άγιος Αντίπας αποκαλείται από τον Απόστολο Ιωάννη πιστός ιερέας και μάρτυρας (Αποκάλυψη Ιωάννου, β' 13).Ως αρχιερέας της Εκκλησίας της Περγάμου, ποίμανε το λογικό του ποίμνιο με κάθε ευσέβεια και αρετή. Όντας Επίσκοπος Περγάμου και ενώ ήταν πολύ γέρος, συνελήφθη από τους ειδωλολάτρες, όταν οι δαίμονες παρουσιάσθηκαν σε αυτούς και τους είπαν ότι δεν μπορούν να κατοικούν στον τόπο εκείνο εξαιτίας του Αντίπα. Γι' αυτό οδηγήθηκε στον ηγεμόνα και εξαναγκάστηκε με βία να αρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος (ο ηγεμόνας) κατέβαλε κάθε προσπάθεια να πείσει τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό, λέγοντάς του ότι τα παλαιότερα είναι πολυτιμότερα, ενώ εκείνα που εμφανίζονται πρόσφατα δεν έχουν καμία αξία. Του είπε δηλαδή ότι η θρησκεία των εθνικών, η ειδωλολατρία, είναι παλαιά, αυξήθηκε διά μέσου των αιώνων και έχει πολλούς οπαδούς, γι' αυτό και είναι πολύ σπουδαιότερη από την πίστη των Χριστιανών, που εμφανίσθηκε τελευταία και έχει πολύ λίγους πιστούς. Στο επιχείρημα αυτό του ηγεμόνος ο Άγιος απάντησε με την ιστορία του Κάιν. Είπε δηλαδή σε αυτόν, ότι η αδελφοκτονία του Κάιν, αν και αυτός είναι πολύ αρχαιότερος, προκάλεσε και προκαλεί τον αποτροπιασμό σε άπειρα πλήθη ανθρώπων και ουδείς ευσεβής άνθρωπος τη ζηλεύει. Ο ηγεμόνας εξοργίσθηκε πάρα πολύ από την απάντηση του Αντίπα και τότε έδωσε εντολή να τον ρίξουν σε ένα πυρωμένο χάλκινο ομοίωμα βοδιού, όπου τελειώθηκε ο βίος του, το έτος 92 μ.Χ.Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στην Εκκλησία της Περγάμου και αναβλύζει αενάως μύρο και ιάσεις, η δε Σύναξή του ετελείτο στο πάνσεπτο Αποστολείο του Αγίου και πανευφήμου Αποστόλου Ιωάννου του Θεολόγου, κοντά στην Μεγάλη Εκκλησία.Ναός του Αγίου Αντίπα υπήρχε κατά τον 9ο αιώνα μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έτερος, επίσης, κείμενος μεταξύ των χωρίων Αγίου Στεφάνου και Ρηγίου (Κιουτσούκ - Τσεκμετζέ).(πηγή: saint.gr) ... See MoreSee Less
View on Facebook
Fourth Sunday of the Holy and Great Lent Sunday of Saint John (Climacus) of Sinai, Author of The Ladder of Divine Ascent, 11 April[Greek text follows below]On March 30 and on the Fourth Sunday of Holy Lent the Orthodox Church commemorates our Righteous Father John Climacus. He is called Climacus due to his authorship of the great spiritual work The Ladder of Divine Ascent. His commemoration is designated by the Church on one of the Sundays of Lent as his life and writings affirm him as a supreme bearer and proponent of Christian asceticism. The ascetic example of this great Saint of the Church inspires us in our Lenten journey.Saint John Climacus was probably born in the second half of the sixth century; but his country and origins are alike unknown because, from the beginning of his renunciation of the world, he took great care to live as a stranger upon earth. "Exile," he wrote, "is a separation from everything, in order that one may hold on totally to God." We only know that, from the age of sixteen, after having received a solid intellectual formation, he renounced all the pleasures of this vain life for love of God and went to Mount Sinai, to the foot of the holy mountain on which God had in former times revealed His glory to Moses, and consecrated himself to the Lord with a burning heart as a sweet-smelling sacrifice.Setting aside, from the moment of his entry into the stadium, all self-trust and self-satisfaction through unfeigned humility, he submitted body and soul to an elder called Martyrios and set himself, free from all care, to climb that spiritual ladder (klimax) at the top of which God stands, and to "add fire each day to fire, fervour to fervour, zeal to zeal." He saw his shepherd as "the image of Christ" and, convinced that his elder was responsible for him before God, he had only one care: to reject his own will and "with all deliberateness to put aside the capacity to make [his] own judgement," so that no interval passed between Martyrios' commands, even those that appeared unjustified, and the obedience of his disciple. In spite of this perfect submission, Martyrios kept him as a novice for four years and only tonsured him when he was twenty, after having tested his humility. Strategios, one of the monks present at the tonsure predicted that the new monk would one day become one of the great lights of the world. When, later, Martyrios and his disciple paid a visit to John the Savaite, one of the most famous ascetics of the time, the latter, ignoring the elder, poured water over John's feet. After they had left, John the Savaite declared that he did not know the young monk but, under the inspiration of the Holy Spirit, he had washed the feet of the Abbot of Sinai. The same prophecy was confirmed by the great Anastasios the Sinaite (April 21), whom they also went to visit.In spite of his youth, John showed the maturity of an elder and great discernment. Thus one day, when he had been sent into the world on a mission, and finding himself with lay-people, he had preferred to give in somewhat to vainglory by eating very little, rather than to gluttony; for, of these two evils, it was better to choose that which is less dangerous for beginners in monastic life.He thus passed nineteen years in the blessed freedom from the care that obedience gives, freed from all conflict by the prayer of his spiritual father and on "a safe voyage, a sleeper's journey," moved towards the harbor of impassibility. On the death of Martyrios, he resolved to continue his ascension in solitude, a type of life suitable for only a small number, who, made strong on the rock of humility, flee from others so as not to be even for a moment deprived of the "sweetness of God." He did not commit himself to this path, one so full of snares, on his own judgment, but on the recommendation of the holy elder George Arsilaites, who instructed him in the way of life proper to hesychasts. As his exercise ground, he chose a solitary place called Tholas, situated five miles from the main monastery, where other hermits lived, each not far from the others. He stayed there for forty years, consumed by an ever-increasing love of God, without thought for his own flesh, free of all contact with men, having unceasing prayer and vigilance as his only occupation, in order to "keep his incorporeal self shut up in the house of the body," as an angel clothed in a body.He use to eat all that was compatible with his monastic profession, but in very small quantities, thus subduing the tyranny of the flesh while not providing a pretext for vainglory. By living in solitude and retreat, he put to death the mighty flame of greed, which, under the pretext of charity and hospitality, leads negligent monks to gluttony, the door to all passions, and to the love of money, "a worship of idols and the offspring of unbelief." He triumphed over sloth (acedia) that death of the soul which attacks hesychasts in particular and laxity, by the remembrance of death. By meditating on eternal rewards, he undid the chain of sadness; he knew only a single sadness: that "affliction which leads to joy" and makes us run with ardor along the path of repentance, purifying the soul from all its impurities.What still prevented him from arriving at impassibility (apatheia)? He had long since conquered anger by the sword of obedience. He had suffocated vainglory, that three-pointed thorn which forever harasses those who battle for holiness, and which entwines itself with every virtue like a leech, by solitude and even more by silence. As a reward for his labors, which he took care to season constantly with self-accusation, the Lord gave him the queen of virtues, holy and precious humility: "a grace in the soul, and with a name known only to those who have had experience of it, a gift from God."As his cell was too near the others, he would often withdraw to a distant cave at the foot of the mountain, which he made an antechamber of heaven by his groans and the tears which fell effortlessly from his eyes like an abundant spring, transfiguring his body as with a "wedding garment." By this blessed affliction and these continual tears, he "did not cease to celebrate daily" and kept perpetual prayer in his heart, which had become like an inviolable fortress against the assaults of evil thoughts (logismoi). Sometimes he was ravished in spirit in the midst of the angelic choirs, not knowing if he was in the body or out of it, and then with great simplicity he asked God to teach him about the mysteries of theology. When he came out of the furnace of prayer, he sometimes felt purified as if by fire, and sometimes totally radiant with light.As for sleep, he allowed himself just the measure necessary to keep his spirit vigilant in prayer and, before sleeping, he prayed at length, or wrote down on tablets the fruit of his meditations on the inspired Scriptures.He took great care over many years to keep his virtues hidden from human eyes, but, when God judged that the time had come for him to transmit to others the light he had acquired for the edification of the Church, He led a young monk named Moses to John, who, thanks to the intervention of the other ascetics, succeeded in overcoming the resistance of the man of God, and was accepted as his disciple. One afternoon, when Moses had gone a long way away to find earth for their little garden, and had lain down under a large rock to rest, Abba John, in his cell, received the revelation that Moses was in danger, and he immediately seized the weapon of prayer. In the evening, when Moses returned, he told John that in his sleep he had, all of a sudden, heard the voice of his elder calling him, at the very moment when the rock began to break away from its moorings and threatened to crush him.Saint John's prayer also had the power to heal visible and invisible wounds. It was thus that he delivered a monk from the demon of lust, which had pushed him to the point of despair. On another occasion, he made rain fall. Yet it was above all in the gift of spiritual teaching that God manifested His grace in him. Basing his teaching on his personal experience, he generously instructed all those who came to him on the snares which lay in wait for monks in their battle passions and against the prince of this world. This spiritual teaching, however, attracted the jealousy of some who then spread around calumnies about him, accusing him of being a conceited chatterer. Although his conscience was clear, Abba John did not attempt to justify himself but, seeking rather to take away any pretext from those who sought one, he stopped teaching for a whole year, convinced that it was better to do some slight harm to his friends rather than to exacerbate the resentment of the wicked. All the inhabitants of the desert were edified at his silence and by this proof of humility, and it was only at the insistence of his repentant calumniators that he agreed to receive visitors again.Filled with all the virtues of action and contemplation, and having arrived at the summit of the holy ladder through victory over all the passions of the old man, Saint John shone like a star on the Sinai peninsula and was held in awe by all the monks. He thought himself no less of a beginner for all that and, avid to find examples of evangelical conduct, undertook journeys to various Egyptian monasteries. He visited in particular a great coenobitic monastery in the region of Alexandria, a veritable earthly paradise which was governed by a shepherd gifted with infallible discernment. This brotherhood was united by such charity in the Lord, exempt from all familiarity and useless talk, that the monks had scarcely need of the warnings of the superior, for they mutually encouraged each other to a most divine vigilance. Of all their virtues, the most admirable, according to John, was the way they were especially careful never to "injure a brother's conscience" in the slightest. He was also very edified by a visit to a dependency of this monastery, called "The Prison," where monks who had gravely sinned lived in extreme ascesis and gave extraordinary proofs of repentance, straining by their labors to receive God's forgiveness. Far from appearing as hard and intolerable, this prison seemed rather to the Saint to be the model of monastic life: "A soul that has lost its one-time confidence and abandoned its hope of dispassion, that has broken the seal of chastity, that has squandered the treasury of divine graces, that has become a stranger to divine consolation, that has rejected the Lord's command ... and that is wounded and pierced by sorrow as it remembers all this, will not only take on the labors mentioned above with all eagerness, but will even decide devoutly to kill itself with penitential works. It will do so if there is in it only the tiniest spark of love or of fear of the Lord."When the Saint had sojourned these forty years in the desert, he was charged by God, like a second Moses, to be at the head of this new Israel by becoming abbot of the monastery at the foot of the holy mountain (c. 650). It is recounted that, on the day of his enthronement, six hundred pilgrims were present, and when they were all seated for the meal, the great prophet Moses himself, dressed in a white tunic, could be seen coming and going, giving orders with authority to the cooks, the cellarers, the stewards and the other helpers.Having penetrated into the mystical darkness of contemplation, this new Moses, having been initiated into the secrets of the spiritual Law, and coming back down the mountain impassible, his face transfigured by divine grace, was able to become for all the shepherd, the physician and the spiritual master. Carrying within him the Book written by God, he did not have need of other books to teach his monks the science of the sciences and the art of arts.The Abbot of Raitho, who was also named John, having been informed of the wonderful manner of life of the monks of Sinai, wrote to Saint John, asking him to explain briefly but in an methodical way what those who had embraced the angelic life should do in order to be saved. He who did not know how to go against the wishes of another, thus engraved with the stylus of his own experience the Tablets of the Spiritual Law. He presented this treatise as a Ladder of thirty steps, that Jacob, "he who supplanted the passions" contemplated while he was lying on the bed of ascesis (Genesis 28:12). In his Orthodox Summa of the spiritual life, which has remained for centuries the outstanding guide to evangelical living, both for monks and for lay people, Saint John does not institute rules but, by practical recommendations, judiciously-chosen details and short pithy maxims and riddles often full of humor, he initiates the soul into spiritual combat and the discernment of thoughts. His "word" is brief, dense and tapered, and it penetrates like a sword to the depths of the soul, uncompromisingly cutting out all self-satisfaction, and tracing hypocritical ascesis and egoism to their roots. Like that of Saint Gregory (January 25) in the theological domain, this "word" is the Gospel put into practice, and it will lead most surely those who let themselves be impregnated by it through an assiduous reading to the gates of heaven, where Christ awaits us.At the end of his life, the blessed John designated his brother George, who had embraced the hesychast life from the beginning of his renunciation, as his successor at the head of the monastery. When he was about to die, George said to him: "So, you are abandoning me and leaving! I prayed, however, that you would send me to the Lord first, for without you I cannot shepherd this brotherhood." But Saint John reassured him, and said: "Do not grieve and do not be afraid. If I find grace before God, I shall not let you complete even a year after me." And it was so: ten months after John's falling asleep, George departed in his turn to the Lord.(source: goarch.org)**********************************Δ' Κυριακή της Αγίας και Μεγάλης ΤεσσαρακοστήςΚυριακή του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος, 11 Απριλίου Άλλη μια Κυριακή προστίθεται στην Μεγάλη Τεσσαρακοστή και η Εκκλησία μας προβάλλει την μορφή ενός από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του ασκητισμού της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, του Οσίου Ιωάννου του Σιναϊτου.Δεν είναι ακριβώς γνωστός ο τόπος και το έτος γεννήσεως του Αγίου. Σύμφωνα με τους ερευνητές, τοποθετούν ως πιθανή χρονολογία γεννήσεως του το 525 και έτος κοιμήσεώς του το 600-610 μ.Χ. Η ημέρα κοιμήσεώς του ήταν την 30η Μαρτίου. Μορφώθηκε και σπούδασε καλά την «εγκύκλιον και εξωτερικήν σοφίαν» και σε ηλικία δεκαέξι ετών εκφράζει την επιθυμία να καρεί μοναχός στη Μονή της Αγίας Αικατερίνης Σινά, όπου ζει με μεγάλη άσκηση και υποταγή σε έμπειρο Γέροντα, τον Μαρτύριο. Κατόπιν ενός χρονικού διαστήματος δοκιμασίας (4 έτη), ο Γέροντάς του τον κείρει μοναχό. Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την ημέρα την χειροθεσίας του εις Μοναχό, ο διορατικός αββάς Στρατήγιος, ο οποίος ήταν και αυτός στην κουρά, είπε προς τον Ιωάννη ότι «μέγας α­στήρ γενήσεται». Όντως αστέρας μεγάλος γεννήθηκε και έγινε ο Ιωάννης και έλαμψε στη ζωή των εν σκότει και εν σκιά θανάτου καθημένων[2].Διέμεινε στο Κοινόβιο της Μονής για δεκαεννέα συναπτά έτη, όπου στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Έπειτα, αφού πήρε ευλογία και βρισκόταν ήδη σε υψηλά πνευματικά επίπεδα αποφασίζει να εγκαταβιώσει εις το εξής εις έρημο τόπο σε ηλικία 35 ετών.Πολλαὶ γὰρ αἱ βουλαὶ ἐν καρδίᾳ ἀνθρώπων· ἀλλ’ ἡ βουλὴ τοῦ Κυρίου ἐκράτησε[3]. Έτσι σε ηλικία 75 ετών, κατόπιν τεσσαρακονταετούς ησυχαστικής ζωής, εκλέγεται ηγούμενος της Μονής Σινά. Στην απόφαση αυτή έφερνε πολλές αντιρρήσεις, όμως οι πατέρες της Μονής τον έκαναν και αποδέχθει την απόφαση αυτή. «Αγά­μενοι πάντες τα πάντα αυτού κατορθώματα, ως νεοφανή τινα Μωσέα βία επί την των αδελφών η­γεμονίαν ανεβίβασαν επί της αρχικής λυχνίας τον λύχνον», όπως αναφέρει ο βιογράφος του.[4]Κατά την διάρκεια της ηγουμενίας του, η οποία διήρκεσε για τέσσερα και μόνο έτη, ο Ιωάννης έγινε τα πάντα και εν πάσι ίνα τους αδελφούς της Μονής σώσει. Ήταν ο πατήρ, ο ιατρός, ο θεραπευτής, ο διδάσκαλος, ο ποιμήν ο καλός που έθεσε την ψυχή του για τα πρόβατά του[5].Σύμφωνα με τον βιογράφο του, κατά την διάρκεια της ασκήσεως και ηγουμενίας του έπραξε και θαύματα με την επίκληση του ονόματος του Τριαδικού Θεού. Αυτά είναι με τον μαθητή του Μωϋσή που κινδύνευε να πλακωθεί με τεράστιο λίθο και ο Άγιος τον έσωσε[6], η απελευθέρωση του αναχωρητού Ισαακίου από το πάθος της φιλοσαρκίας[7] και το αίτημά του προς το Θεό για την λύση του προβλήματος της ανομβρίας που επικρατούσε στον τόπο εκείνο.Όταν ο Ιωάννης ήταν Ηγούμενος, έλαβε επιστολή από τον Ιωάννη ηγούμενο της Μονής Ραϊθού, ο οποίος τον παρακαλούσε να του δώσει συμβουλές πνευματικές για την ασκητική ζωή. Έτσι, ο Άγιος του αποστέλλει ένα σύγγραμμα με τίτλο «Κλίμαξ Θείας Ανόδου», όπου εμπεριείχε συμβουλές πνευματικές για τον Ηγούμενο και του Μοναχούς της προαναφερθούσης Μονής.Αυτό το σύγγραμμα υπάρχει και στις μέρες μας, όπου είναι μεγάλος οδοδείκτης για Μοναχούς και λαϊκούς που θέλουν να φτάσουν σε πνευματικά επίπεδα. Περιέχει 30 κεφάλαια – Λόγους, οι οποίοι εξηγούν τις διάφορες αρετές αρχίζοντας από τα χαμηλά και ανεβαίνοντας εις τα υψηλά πνευματικά επίπεδα.Στο θαυμάσιο αυτό ασκητικό σύγγραμμα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, που κατέχει εξέχουσα θέση στην ασκητική γραμματεία, είναι κυρίαρχη η έννοια του πνευματικού αγώνος. Ο αγώνας ή αλλιώς η πνευματική εργασία απαιτεί, κατά τον Άγιο Ιωάννη, ως βασικές προϋποθέσεις την προαίρεση και τον πόθο της σωτηρίας εκ μέρους του ανθρώπου και την βοήθεια εκ μέρους του Θεού. Εχθρός στον αγώνα είναι ο παλαιός άνθρωπος, με τα πάθη και τις αδυναμίες που έγιναν δεύτερη φύση, και ο διάβολος που διαρκώς αντιστρατεύεται στο έργο της σωτηρίας των ανθρώπων.Δεν αγνοεί ο Άγιος ότι όλοι δεν φθάνουν στα ίδια πνευματικά μέτρα. Άλλωστε, στην παραβολή του σπορέως ο Κύριος με τις εικόνες της σποράς παριστά τις διαβαθμίσεις της πνευματικής κατάστάσεως στους Χριστιανούς: «ὃ μὲν (καρποφορεῖ) ἑκατόν, ὃ δὲ ἑξήκοντα, ὃ δὲ τριάκοντα»[8]. Ανάλογα είναι και τα χωρία της Κλίμακος: «Οὐ πάντας μὲν ἀπαθεῖς γενέσθαι δυνατόν· πάντας δὲ σωθῆναι καὶ Θεῷ διαλλαγῆναι οὐκ ἀδύνατον»[9].Με το βιβλίο αυτό, ο Άγιος συγκεφαλαίωσε σύμφωνα και με τους άλλους Νηπτικούς Πατέρες, ότι όλα τα πάθη εκκινούν από τα τρία βασικά πάθη την φιληδονία, την φιλαργυρία και την κενοδοξία. Επίσης, χώρισε και σε τρία μέτωπα τον αγώνα για την θεραπεία του τριμερούς της ψυχής, του επιθυμητικού, του θυμικού και του λογιστικού, διά της αποκτήσεως των τριών βασικών μεγάλων αρετών, «τῶν μητέρων τῶν ἀρετῶν»[10], εγκρατείας, ταπεινοφροσύνης και αγάπης.Έτσι η Εκκλησία μας τον ανέδειξε σε μεγάλο Πατέρα και διδάσκαλό της και γι΄αυτό τοποθέτησε να εορτάζεται την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών ένεκα του ότι και η περίοδος αυτή είναι μια περίδος κλίμακας και συναντήσεως με τον Θεό, όπως και η Κλίμαξ του Οσίου Ιωάννου, μια γέφυρα που ενώνει τους ανθρώπους με τον Θεό.Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς. Αμήν.[1] Κανών του Οσίου Κυριακής Δ΄Νηστειών, ωδή δ΄[2] Μτθ. 4,16[3] Μεγάλου Βασιλείου, ερμηνεία εις τον ΛΒ΄Ψαλμό[4] Βίος, Μ. 88, 605Α[5] Ιωαν. 10,11[6] Iωάννου της Κλίμακος, ΡG. 88, 604ΑΒ[7] Ιωάννου της Κλίμακος, PG 88, 604C[8] Μτθ 13, 8[9] Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, νδ΄, σελ. 299[10] Κλίμαξ, Λόγος ΚΣΤ΄, Β΄, κη΄, σελ. 314.Του Ραφαήλ Χ. Μισιαούλη(πηγή: pemptousia.gr) ... See MoreSee Less
View on Facebook

UPDATES FROM OUR GALLERY

See More