IMPORTANT ANNOUNCEMENTS

Dear brethren,
We would like to inform you that, as of the 9th of November, our church is open for public worship. We will be adhering to government guidelines.

Coronavirus regulations: frequently asked questions

Upcoming Services

Celtic cross

Latest News

View on Facebook
Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Επίσκοπος της Εφέσου, 19 ΙανουαρίουΟ αναδειχθείς σε φλογερό υπέρμαχο και ακράδαντο στύλο της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως θεόπνευστος και πανευκλεής ιεράρχης της Εφέσου. Μεταξύ των φωτισμένων ιεραρχών, μεγάλων διδασκάλων και φλογερών προμάχων της Ορθοδόξου Εκκλησίας εξέχουσα θέση καταλαμβάνει ο τιμώμενος στις 19 Ιανουαρίου Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο αγωνιστής Επίσκοπος της Εφέσου, ο οποίος αναδείχθηκε ο αδιάψευστος μονομάχος, ο φλογερός υπέρμαχος και ο πιστός φύλακας της Ορθοδοξίας των Ανατολικών Γραικών απέναντι στην επιρροή και απειλή του Παπισμού της Δύσεως. Γι’ αυτό και υπήρξε μέγας ευεργέτης και λαμπρός φωστήρ του Έθνους των Ελλήνων, αφού κράτησε στους ώμους του ανόθευτο όλο τον πνευματικό πλούτο της Ορθοδοξίας, γενόμενος «ὄργανον τοῦ Παρακλήτου», «θεοκρότητος σάλπιγγα τῆς θεολογίας», «ὑπέρμαχος τῶν εὐσεβῶν δογμάτων», «θερμότατος ζηλωτήςτῆς πατροπαραδότου ὁμολογίας τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως», «ἀνατροπέας τῆς παπικῆς ἀλαζονείας», «ἀκένωτος ποταμός τῶν εὐσεβῶν συγγραμμάτων». Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο λαμπρότατος αυτός φωστήρ της Εκκλησίας του Χριστού, ο υμνηθείς ως «μέγας ζηλωτής, ὑπερμαχῶν πατρώου φρονήματος καὶ καθαιρῶν τοῦ σκότους τὰ ὑψώματα», γεννήθηκε το 1392 στην Κωνσταντινούπολη και ήταν γόνος επιφανούς αρχοντικής οικογένειας. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Μανουήλ, οι δε ευσεβείς και ευγενείς στην καταγωγή γονείς του φρόντισαν να τον αναθρέψουν με τα νάματα της ορθοδόξου πίστεως και να του προσφέρουν επιμελή και ανωτέρα μόρφωση. Τα πρώτα γράμματα ο Μανουήλ τα διδάχθηκε από τον πατέρα του, τον Γεώργιο, ο οποίος ήταν διάκονος και σακελλίων της Μεγάλης Εκκλησίας και είχε μία φημισμένη ιδιωτική σχολή. Όταν όμως ο Μανουήλ ήταν δεκατριών ετών, ο πατέρας του απεβίωσε και έτσι έμεινε ορφανός μαζί και με τον αδελφό του, τον Ιωάννη. Τότε η μητέρα του, η Μαρία, η οποία ήταν κόρη ενός ευσεβούς ιατρού, ονόματι Λουκάς, τον έστειλε να μορφωθεί ακόμη περισσότερο πλησίον των επιφανέστερων και σοφότερων διδασκάλων της εποχής εκείνης, οι οποίοι ήταν ο Ιωάννης Χορτασμένος (ο και μετέπειτα εκλεγείς Μητροπολίτης Σηλυβρίας Ιγνάτιος) και ο φημισμένος μαθηματικός και φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθωνας. Όταν ο Μανουήλ ολοκλήρωσε τη μόρφωσή του, ανέλαβε τη διεύθυνση του πατριαρχικού σχολείου και σε σύντομο χρονικό διάστημα αναδείχθηκε ως ένας από τους επιφανέστερους διδασκάλους της Κωνσταντινουπόλεως. Ενδεικτικό είναι ότι πολλοί από τους μαθητές του διέπρεψαν αργότερα, όπως ο Γεώργιος Σχολάριος, ο οποίος μετά την Άλωση της Βασιλεύουσας εξελέγη πρώτος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως με το όνομα Γεννάδιος, ο Θεόδωρος Αγαλλιανός και ο Μητροπολίτης Μηδείας Θεοφάνης. Έχοντας όμως ο Μανουήλ κλίση προς τον ησυχαστικό βίο, διένειμε όλη την περιουσία του και σε ηλικία 26 ετών αποφάσισε να αφιερωθεί στον Θεό. Έτσι το 1418 κατέφυγε σε ένα από τα Πριγκηπόνησα, τη νήσο Αντιγόνη, και εκεί στη μονή της νήσου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα Μάρκος. Στον τόπο αυτό παρέμεινε αγωνιζόμενος πνευματικά επί δύο έτη κοντά στον ενάρετο και επιφανή ασκητή Συμεών. Όμως μετά από δύο χρόνια, το 1420, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τη μονή της νήσου Αντιγόνη εξαιτίας των οθωμανικών επιδρομών και να καταφύγει στην περιώνυμη μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων της Κωνσταντινουπόλεως, την ιδρυθείσα περί τα μέσα του 11ου αιώνα από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο (1042-1055). Στην περίφημη αυτή μονή της Κωνσταντινουπόλεως επιδόθηκε σε σκληρούς πνευματικούς αγώνες και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος συνέθεσε τα περισσότερα από τα εκατό διασωθέντα έργα του. Μεταξύ αυτών αξιομνημόνευτα είναι τα έργα που συνέγραψε εναντίον των λατινοφρόνων αντιπάλων του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1296-1359), τον οποίο είχε ως φωτεινό πρότυπο και καθοδηγητή στη ζωή του. Στη μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων έλαβε και το αξίωμα της ιεροσύνης, παρά τους δισταγμούς του, αφού θεωρούσε τον εαυτό του ανάξιο για μία τέτοια υψηλή αποστολή. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα έγινε γνωστός για την αρετή και τη σοφία του, γεγονός που τον κατέστησε φημισμένο πνευματικό. Γι’ αυτό τόσο κληρικοί όσο και λαϊκοί ζητούσαν τη γνώμη του για διάφορα θεολογικά και πνευματικά θέματα. Παρόλο όμως που ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός επιζητούσε τον μοναχικό βίο και την κατά Θεόν άσκηση, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διερχόταν στιγμές αγωνίας εξαιτίας της οθωμανικής απειλής. Η πολιτική και θρησκευτική αστάθεια της εποχής εκείνης ανάγκασε τον Άγιο Μάρκο να εγκαταλείψει την ασκητική ζωή και να αγωνισθεί με όλες του τις δυνάμεις για την προστασία της Ορθοδοξίας και την επιβίωση του Γένους μας. Και αυτά ήταν αναγκαία, διότι ο Πάπας στην προσπάθειά του να διασώσει την Κωνσταντινούπολη από την επερχόμενη οθωμανική απειλή, επεδίωκε με κάθε τρόπο την υποταγή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Παπική Εκκλησία, γεγονός που θα επιτυγχανόταν με την ένωση των δύο Εκκλησιών. Στη δύσκολη αυτή χρονική στιγμή για το μέλλον της Ορθοδόξου Εκκλησίας ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας όρισε το 1436 τον ιερομόναχο Μάρκο τον Ευγενικό ως αντιπρόσωπό του στη Σύνοδο, η οποία θα συγκαλούνταν για την ένωση των Εκκλησιών. Ενδεικτικό είναι ότι ο ιερομόναχος Μάρκος διέθετε τέτοιο κύρος και απολάμβανε τέτοια εκτίμηση από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄Παλαιολόγο (1425-1448), ώστε το 1437 και μετά την εκδημία του Μητροπολίτου Εφέσου Ιωάσαφ, εξελέγη και χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Εφέσου, ύστερα μάλιστα και από την έντονη επιμονή του αυτοκράτορα. Έτσι ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός ως Επίσκοπος Εφέσου έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439), αναδειχθείς «ἔξαρχος τῆς Συνόδου», αφού εκπροσώπησε τους Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας. Ο σκοπός της συγκλήσεως της Συνόδου ήταν η ένωση των δύο Εκκλησιών, της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Δυτικής Καθολικής Εκκλησίας, ύστερα από τον χωρισμό που είχαν υποστεί εξαιτίας του σχίσματος κατά το έτος 1054. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονισθεί ότι το σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών προκλήθηκε ύστερα από τη βλάσφημη προσθήκη της Δυτικής Εκκλησίας στο Σύμβολο της Πίστεως (το γνωστό Filioque), σύμφωνα με το οποίο το Άγιο Πνεύμα δεν εκπορεύεται μόνο από τον Πατέρα, αλλά και από τον Υιό. Με την αιρετική όμως αυτή διδασκαλία καταργείται το θεμελιώδες δόγμα της Τριαδικότητος του Θεού και ταυτόχρονα χάνεται η αλήθεια της διδασκαλίας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Κάτω από την ολοένα και αυξανόμενη πίεση της οθωμανικής απειλής και πληροφορούμενος ο αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος ότι οι ηγεμόνες της Δύσεως σκέπτονταν να αντισταθούν εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι προχωρούσαν προς την Ουγγαρία και την Πολωνία, αποφάσισε να μεταβεί στην Ιταλία για να συναντήσει τον Πάπα Ευγένιο Δ΄, ελπίζοντας ότι θα λάβει βοήθεια κατά των Τούρκων. Στη δύσκολη και αγωνιώδη αυτή στιγμή για το μέλλον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επικρατούσαν δύο αντιδιαμετρικά αντίθετες γνώμες. Υπήρχαν αυτοί που υποστήριζαν την ένωση των δύο Εκκλησιών, η οποία θα σηματοδοτούσε την υποταγή των Ορθοδόξων στον Πάπα, γεγονός που θα πρόδιδε τα δόγματα της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που αναλογιζόμενοι τους θρησκευτικούς κινδύνους της ενώσεως, είχαν αποφασίσει να αντισταθούν σθεναρά προτιμώντας την υποταγή στον βάρβαρο κατακτητή παρά την πνευματική υποδούλωση κάτω από τον εκκλησιαστικό ζυγό του Πάπα. Μάλιστα υποστήριζαν ότι ο λαός θα μπορούσε να αγωνισθεί και να αποτινάξει την τουρκική σκλαβιά, εάν είχε κρατήσει ανόθευτη και ζωντανή την ορθόδοξη χριστιανική του πίστη και παράδοση. Σ’ αυτή την ταραχώδη και επικίνδυνη περίοδο για την πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του Γένους των Ελλήνων ανέλαβε ο φλογερός Μητροπολίτης της Εφέσου, Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, να σηκώσει στους ώμους του, ως άλλος Άτλας, τον ανεκτίμητο θησαυρό της πατροπαραδότου πίστεως των Ορθοδόξων και την πάντιμη κιβωτό των ιερών παραδόσεων, ώστε να αναδειχθεί η δόξα και το καύχημα της Ανατολικής Εκκλησίας, ο στυλοβάτης και ο πρόμαχος της Ορθοδόξου διδασκαλίας. Κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου της Φερράρας ο Άγιος Μάρκος παρουσιάσθηκε διαλλακτικός στις προθέσεις του, αφού εισηγήθηκε στους Λατίνους να αποβάλουν «τό τραχύ καί ἀνένδοτον», επεσήμαινε δε την ανάγκη να υπάρξει ειρήνη και αγάπη, ώστε να αρθεί το σχίσμα, αφού πρώτα αναγνωσθούν οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων. Στην πραγματικότητα ο Άγιος Μάρκος επιθυμούσε την επανένωση των δύο Εκκλησιών, αλλά χωρίς την υποχώρηση των Ορθοδόξων σε θεμελιώδη δογματικά ζητήματα, η οποία θα οδηγούσε στην παπική υποδούλωση. Αξιομνημόνευτοι είναι οι τέσσερις αντιρρητικοί λόγοι που εκφώνησε ο σοφός και αγωνιστής ιεράρχης της Εφέσου, αναφορικά με τη διδασκαλία των Παπικών για το καθαρτήριο πυρ. Είναι ενδεικτικό ότι οι λόγοι αυτοί με το κρυστάλλινο ορθόδοξο περιεχόμενό τους έδωσαν τις κατάλληλες απαντήσεις στα επιχειρήματα των Λατίνων. Μάλιστα η πειστική επιχειρηματολογία του Αγίου που αποστόμωσε στην κυριολεξία τους αντιπάλους του, οι οποίοι προσπαθούσαν να τον περιπλέξουν σε άσκοπες και άσχετες συζητήσεις, σε συνδυασμό και με τη σοφία, την αρετή, τη σωφροσύνη, το γενναίο φρόνημα, την επιμονή του στην αλήθεια και την ακράδαντη πίστη του στον Θεό και τον σωτήριο Λόγο Του, τον έφεραν αντιμέτωπο ακόμη και με τον Μητροπολίτη Νικαίας Βησσαρίωνα, ο οποίος υποκινούμενος από φθόνο, άφησε τον Άγιο Μάρκο να αγωνισθεί μόνος του. Όταν όμως ήρθε ο λόγος στη Σύνοδο της Φερράρας για το επίμαχο θέμα του Filioque, ο Άγιος απαίτησε να αναγνωσθούν οι όροι των Οικουμενικών Συνόδων για να λάμψει η αλήθεια και να αποδειχθεί η πλάνη των αντιπάλων. Παρά την άρνηση των Λατίνων, υποχρεώθηκαν τελικά να αναγνωσθούν οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, διότι σε αντίθετη περίπτωση οι συζητήσεις θα διακόπτονταν αμέσως. Μετά την ανάγνωση οι παρευρισκόμενοι Λατίνοι κληρικοί και λαϊκοί ομολόγησαν ότι ποτέ στο παρελθόν δεν είχαν ακούσει αυτές τις διδασκαλίες και ότι οι Γραικοί κρατούσαν την αληθινή πίστη και ακολουθούσαν τα ορθά δόγματα. Βλέποντας οι αυλικοί του Πάπα ότι η διδασκαλία τους κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ψεύτικη, ακόμη και από Λατίνους μοναχούς και κληρικούς, άρχισαν να τους απειλούν και να τους διατάζουν να σιωπήσουν αμέσως, ενώ τους χαρακτήρισαν απαίδευτους και αγράμματους της θεολογίας. Όμως οι Λατίνοι άρχισαν να μηχανεύονται και δόλιους τρόπους για να κατορθώσουν να μην επικρατήσουν οι θεολογικές απόψεις του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού, αυτού του θεοσόφου ρήτορος και φωτισμένου διδασκάλου της Εκκλησίας μας. Έτσι ενώ μέχρι εκείνη τη στιγμή όλοι οι ορθόδοξοι ιερείς και επίσκοποι ήταν στο πλευρό του Αγίου, του θαρραλέου αυτού αγωνιστού και φλογερού προασπιστού της ορθοδόξου πίστεως, άρχισαν σιγά σιγά να διασπώνται και να λιποτακτούν, άλλος για να γίνει καρδινάλιος του Πάπα, άλλος από φθόνο, ενώ πολλοί πρόδωσαν τα δόγματα της αμωμήτου ορθοδόξου πίστεως, αφού δεν άντεξαν τις κακοπάθειες και τις στερήσεις που επιβλήθηκαν από τους Παπικούς για να τους αναγκάσουν να υποχωρήσουν στις θέσεις τους. Έτσι ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός βρέθηκε μόνος του, εγκαταλελειμμένος από όλους, να αγωνίζεται στο στάδιο της προασπίσεως των ορθών δογμάτων της πίστεώς μας. Μάλιστα για να ενισχύσουν τις θέσεις τους οι Λατίνοι, άρχισαν να εφαρμόζουν τη γνωστή τακτική των ψιθύρων, των ψευδών ειδήσεων και των εκβιασμών, έφτασαν δε στο σημείο να διανείμουν στη Φερράρα εκατοντάδες φυλλάδια, τα οποία περιείχαν 54 αιρετικές δοξασίες των Ορθοδόξων!!! Η κατάσταση είχε ήδη αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνη με απρόβλεπτες διαστάσεις, αφού οι Γραικοί είχαν υποστεί μακροχρόνιες στερήσεις και κακοπάθειες, ενώ είχε δοθεί αυστηρό αυτοκρατορικό πρόσταγμα να μην επιτραπεί σε κανέναν που δεν έχει διαβατήριο από τον αυτοκράτορα να φύγει από την Κωνσταντινούπολη. Όμως κάποιοι κληρικοί πιεζόμενοι από τις στερήσεις, βρήκαν τον τρόπο και απέδρασαν από την Κωνσταντινούπολη. Μόλις ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε αυτό το γεγονός, φοβήθηκε μήπως υπάρξουν και άλλοι που θα διαφύγουν. Γι’ αυτό και συσκέφθηκε με τον Πάπα και αποφάσισε να μεταφέρει τη Σύνοδο στη Φλωρεντία, για να συζητηθεί η ουσία του επίμαχου θέματος του Filioque, δηλαδή όχι εάν έπρεπε ή όχι να γίνει προσθήκη στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά εάν το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται και από τον Υιό ή όχι. Ο Άγιος Μάρκος συνέχισε με το ίδιο αγωνιστικό φρόνημα και με τον ίδιο ένθεο ζήλο τον προασπιστικό του αγώνα, αφού με σαφήνεια και πειστικότητα απέδειξε ότι το Άγιο Πνεύμα δεν εκπορεύεται από τον Υιό, αλλά μόνο από τον Πατέρα. Όμως ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να βρει τρόπο για να υπογραφεί η ένωση μαζί με τον Πατριάρχη και τους Λατίνους, οι οποίοι επέμεναν στις αιρετικές τους δοξασίες, ενώ ο Πάπας επιχείρησε με νέους εκβιασμούς και στερήσεις να επιτύχει την ένωση. Οι πιέσεις άρχισαν να γίνονται αφόρητες, αφού ο αυτοκράτορας επεδίωκε την ένωση. Όμως ο Άγιος Μάρκος έμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν είχε την πρόθεση να προδώσει την πίστη του. Η επιμονή του αυτή προκάλεσε το μένος των λατινοφρόνων Ορθοδόξων, οι οποίοι μάλιστα τον έβρισαν και τον αποκάλεσαν δαιμονισμένο. Βλέποντας ο αγωνιστής και θαρραλέος ιεράρχης της Εφέσου ότι όλοι ήταν έτοιμοι να προδώσουν την πίστη τους, χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, σταμάτησε να μιλάει. Το γεγονός αυτό έδωσε την ευκαιρία στον αυτοκράτορα να μιλάει για τα επερχόμενα δεινά που θα υποστούν, εάν δεν υπογράψουν την ένωση. Έτσι μ’ αυτό το επιχείρημα πείσθηκαν όλοι και υπέκυψαν. Ο μόνος που δεν είχε συμμορφωθεί ακόμη ήταν ο θερμότατος ζηλωτής των ευσεβών δογμάτων, Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος απεκάλεσε τους Παπικούς «αιρετικούς», γεγονός που προκάλεσε τη λυσσαλέα αντίδραση των Μητροπολιτών Μυτιλήνης και Λακεδαιμονίας. Ο αυτοκράτορας επιθυμώντας διακαώς την ένωση, ανήγγειλε στον Πάπα ότι οι Ανατολικοί δέχονται την πίστη των Δυτικών και μπορούν ανεμπόδιστα να προχωρήσουν στην ένωση. Αλλά ο Πάπας επεδίωκε και την αποδοχή και άλλων δογματικών και λειτουργικών θεμάτων, όπως τα άζυμα στη Θεία Λειτουργία, το δόγμα για το καθαρτήριο πυρ, τη μοναρχία του Πάπα, καθώς και τη διαγραφή από τη Θεία Λειτουργία των επικλήσεων του ιερέως για τη μεταβολή του άρτου και του οίνου ως περιττές, υποστηρίζοντας ότι τα μυστήρια τελειώνουν με την εκφορά των λόγων του Κυρίου. Οι νέες απαιτήσεις του Πάπα προκάλεσαν αναταραχή στον αυτοκράτορα και τον Πατριάρχη, διότι φοβούνταν ότι θα προκαλούσαν μεγάλες αντιδράσεις. Σ’ αυτή την κρίσιμη στιγμή παρακάλεσαν τον Άγιο Μάρκο να γράψει για το ζήτημα της θείας μεταβολής των Τιμίων Δώρων. Τότε ο θεόσοφος αυτός διδάσκαλος και φλογερός αγωνιστής της Εκκλησίας του Χριστού απέδειξε μέσα από τα γραφόμενά του ότι έτσι παρεδόθηκε από τους Αγίους να αγιάζονται τα Τίμια Δώρα. Οι θέσεις αυτές του Αγίου Μάρκου προκάλεσαν για άλλη μία φορά την άρνηση των Παπικών, γεγονός που έκανε τον αυτοκράτορα να αγανακτήσει και να ομολογήσει ότι οι Λατίνοι όχι μόνο δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αλλά δεν επιθυμούν και να τη μάθουν. Βλέποντας ο αυτοκράτορας ότι πλέον δεν υπάρχει κανένας τρόπος προσέγγισης μεταξύ των Ορθοδόξων και των Παπικών, αποφάσισε να υπογραφεί το διάταγμα της πολυπόθητης ένωσης στις 6 Ιουλίου 1439. Την ψευδοένωση των δύο Εκκλησιών υπέγραψαν όλοι, ακόμη και αυτοί που επέδειξαν πρωτύτερα ζήλο και τόλμη και στις γνωμοδοσίες δεν δέχθηκαν το «ἐκ τοῦ Υἱοῦ», όπως οι Μητροπολίτες Αγχιάλου, Μονεμβασίας και Τραπεζούντος. Ο μόνος που δεν υπέγραψε ήταν ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο οποίος δήλωσε στον αυτοκράτορα ότι και εάν ακόμη κινδυνεύσει η ζωή του, δεν πρόκειται να υπογράψει. Ακόμη και οι ηγούμενοι των μοναστηριών υποχρεώθηκαν από τον αυτοκράτορα να υπογράψουν την ψευδοένωση. Όταν ο Πάπας πήρε στα χέρια του τον όρο και είδε όλες τις υπογραφές, υπέγραψε και εκείνος. Μόλις όμως πληροφορήθηκε ότι ο Άγιος Μάρκος δεν είχε υπογράψει, είπε: «Μᾶρκος οὐχ ὑπέγραψεν, λοιπόν, ἐποιήσαμεν οὐδέν», δηλαδή εφόσον δεν υπέγραψε ο Επίσκοπος Εφέσου, δεν καταφέραμε τίποτα! Η φράση αυτή του Πάπα επέδειξε την ήττα του, αφού ομολόγησε περίτρανα την ανωτερότητα του φλογερού ιεράρχου της Εφέσου, ο οποίος αναδείχθηκε ο ισχυρός ανατροπέας της παπικής αλαζονείας και της πολύμοχθης ψευδοενώσεως. Ο Πάπας ζήτησε την τιμωρία του Αγίου, αλλά ο αυτοκράτορας δεν το έπραξε. Οδηγήθηκε όμως ενώπιον του Προκαθημένου της Παπικής Εκκλησίας για να αιτιολογήσει τη στάση του. Ο Άγιος έμεινε όμως και πάλι αμετακίνητος στις απόψεις του, παρόλο που δέχθηκε εκβιασμούς και απειλές. Επιπλέον ομολόγησε με παρρησία την ακράδαντη πίστη του στην ακραιφνή δόξα της Εκκλησίας, λέγοντας χαρακτηριστικά: «αἱ Σύνοδοι κατεδίκαζον τούς μή πειθομένους τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἐγώ δὲ τηρῶ ἐμαυτόν εἰς τήν ἀκραιφνῆ δόξαν Αὐτῆς∙ εἰ τοίνυν ταύτης ἀντιποιοῦμαι καὶ ἐξ αὐτῆς παρεκκλίναι οὐ βούλομαι, πῶς ἄν καθαιρεθείην δίκην, ἥν οἱ αἰρετικοί κατεδικάζοντο;». Μετά από αυτή τη θαρραλέα ομολογία πίστεως ο αυτοκράτορας μετέφερε τον Άγιο στη Βενετία και από εκεί τον επιβίβασε στο προσωπικό του πλοίο και με ασφάλεια, αλλά και με εξαιρετική τιμή και αγάπη τον οδήγησε στην πατρίδα του, την Κωνσταντινούπολη, όπου έφτασε την 1η Φεβρουαρίου 1440. Μόλις έφτασε ο Άγιος Μάρκος στη Βασιλεύουσα, του επεφύλαξε ο λαός ενθουσιώδη υποδοχή, αποκαλώντάς τον «άγιο», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ακόμη και ο υβριστής του, ο γραικολατίνος Επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ: «Ὁ Ἐφέσου εἶδε τό πλῆθος δοξάζων αὐτόν ὡς μή ὑπογράψαντα καί προσεκύνουν αὐτῷ οἱ ὄχλοι καθάπερ Μωυσεῖ καί Ἀαρών καί ἐφήμουν αὐτόν καί ἅγιον ἀπεκάλουν» (P.G.159, 992C). Ήταν μάλιστα τόσο μεγάλη η πνευματική απήχησή του στον λαό της Κωνσταντινουπόλεως, ώστε ο αυτοκράτορας πρότεινε στον Μάρκο το υψηλό αξίωμα του Πατριάρχου, αλλά ο Άγιος αρνήθηκε επίμονα, κατονομάζοντας αυτούς που είχαν υπογράψει την ένωση «Χριστεμπόρους» και «Χριστοκαπήλους». Έτσι στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως ανέβηκε ο λατινόφρων Μητροπολίτης Κυζίκου Μητροφάνης, ο οποίος πίεζε τον αυτοκράτορα να ασκήσει βία σ’ αυτούς που δεν είχαν υπογράψει την ένωση. Γι’ αυτό και στις 4 Μαΐου 1440 ο Άγιος Μάρκος έφυγε κρυφά από την Κωνσταντινούπολη και μετέβη στην Προύσα. Από εκεί πήγε στην Έφεσο που βρισκόταν υπό την κατοχή των Τούρκων. Στην επαρχία της Εφέσου δίδαξε τον σωτήριο λόγο του Θεού στον λαό, αλλά αναγκάσθηκε πιεζόμενος από τους Τούρκους και τους Ενωτικούς να επιβιβασθεί σε πλοίο με προορισμό το Άγιον Όρος, όπου αποφάσισε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίο προσάραξε στη Λήμνο, συνελήφθηκε κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα και φυλακίσθηκε για δύο χρόνια. Από τη Λήμνο απέστειλε την περίφημη εγκύκλιο επιστολή του «πρός τούς ἁπανταχοῦ τῆς Γῆς καί τῶν νήσων εὑρισκομένους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς», στην οποία εξασκεί δριμύτατη κριτική στους Ορθοδόξους που αποδέχθηκαν την ένωση, ενώ χαρακτηρίζει τους Λατίνους καινοτόμους, λέγοντας γι’ αυτούς: «ὡς αἱρετικούς αὐτούς ἀπεστράφημεν, καί διά τοῦτο ἐχωρίσθημεν», τους δε ενωτικούς χαρακτηρίζει «ψευδαποστόλους καί δόλιους ἐργάτες». Η πνευματική παρουσία και επιρροή του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού ήταν τόσο καταλυτική, ώστε το 1443 συγκλήθηκε Σύνοδος στα Ιεροσόλυμα από τους Πατριάρχες Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας, η οποία κατεδίκασε τη Σύνοδο της Φλωρεντίας ως «ληστρική και μιαρά» και καθαίρεσε τον λατινόφρονα Πατριάρχη Μητροφάνη. Μετά την αποφυλάκισή του ο Άγιος Μάρκος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και συγκεκριμένα στην ιερά μονή του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων, όπου ο πιστός λαός τον υποδέχθηκε με τιμές ως άγιο και ομολογητή. Από τη μονή της μετανοίας του ο Άγιος Μάρκος ξεκίνησε και πάλι τον αγώνα του υπέρ της Ορθοδοξίας και κατά των ενωτικών, οι οποίοι πρόδωσαν την αμώμητο ημών πίστη. Κάποια στιγμή προαισθανόμενος το τέλος της επίγειας πορείας του, ανέθεσε στον Γεώργιο Σχολάριο (τον μετέπειτα Πατριάρχη Γεννάδιο) τη φροντίδα για την προφύλαξη της Ορθοδοξίας, καθώς και την αρχηγία για τη συνέχιση του ανθενωτικού αγώνος, ενώ ενουθέτησε τους παρευρισκόμενους να κρατήσουν ορθή την πίστη τους μέχρι και την τελευταία τους πνοή. Ύστερα από τις κακουχίες που πέρασε στη ζωή του και ταλαιπωρημένος από την ασθένεια του, παρέδωσε την αγία του ψυχή στον αθλοθέτη Κύριο στις 23 Ιουνίου 1444 και σε ηλικία 52 ετών. Ενταφιάσθηκε στη μονή της μετανοίας του, όπου είχε περιβληθεί το μοναχικό σχήμα, και μόλις λίγα χρόνια μετά την κοίμησή του τιμήθηκε ως άγιος από τους Ορθοδόξους. Η μνήμη του καθιερώθηκε να τιμάται και να γεραίρεται στις 19 Ιανουαρίου, ημέρα ανακομιδής του ιερού λειψάνου του, με συνοδική πράξη το έτος 1456 από τον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Η πρώτη ακολουθία προς τιμήν του Αγίου εποιήθη από τον αδελφό του, τον Ιωάννη, ενώ ακολουθία που εξυμνεί τους αγώνες του με εγκωμιαστικούς λόγους συνέθεσαν ο Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, αλλά και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο οποίος τον χαρακτηρίζει «μονομάχο τῆς Ὀρθοδοξίας» που πάλεψε με τον Παπισμό της Δύσεως και τον νίκησε. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο αοίδιμος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κυρός Χρυσόστομος Β΄ (Χατζησταύρου) († 9 Ιουνίου 1968) αποφάσισε την ίδρυση ενορίας επ’ ονόματι του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού στην περιοχή Θυμαράκια των Κάτω Πατησίων Αθηνών, κατόπιν αιτήματος των κατοίκων της περιοχής, προκειμένου να καλυφθούν οι λατρευτικές τους ανάγκες, αλλά και για να αντιμετωπισθεί το οξύ πρόβλημα της Ουνίας, λόγω και της ύπαρξης του ναού των Ουνιτών επ’ ονόματι της Αγίας Τριάδος επί της οδού Αχαρνών. Ο πρώτος ναός του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού στην περιοχή των Κάτω Πατησίων θεμελιώθηκε την 1η Ιανουαρίου 1967, ενώ ο σημερινός τρισυπόστατος ενοριακός ναός του Αγίου θεμελιώθηκε στις 22 Ιουνίου 1981, τα δε θυρανοίξιά του τελέσθηκαν υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Διαυλείας (νυν Μητροπολίτου Διδυμοτείχου και Ορεστιάδος) κ. Δαμασκηνού στις 22 Δεκεμβρίου 1997. Ενοριακός ναός επ’ονόματι του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού υπάρχει και στο χωριό Κρυόβρυση Εορδαίας Κοζάνης (ο ναός υπάγεται εκκλησιαστικώς στην Ιερά Μητρόπολη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας και αφιερώθηκε στον αγωνιστή ιεράρχη της Εφέσου από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Φλωρίνης κυρό Αυγουστίνο). Επίσης στον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό είναι αφιερωμένοι ο ευρισκόμενος ναός στην κατακόμβη του νεόδμητου περικαλλούς Ιερού Ναού του Αγίου Φωτίου του Μεγάλου Θεσσαλονίκης, ο οποίος θεμελιώθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1997 και εγκαινιάσθηκε στις 17 Μαΐου 2009, καθώς και γραφικό παρεκκλήσιο σε όμορφη τοποθεσία του παραθαλάσσιου χωριού Σκάλα Κεφαλληνίας, του οποίου τα θυρανοίξια τελέσθηκαν στις 31 Ιουλίου 2012 υπό του Αρχιμανδρίτου –Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως Κεφαλληνίας π. Φωτίου Γαβριελάτου.Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αποτελεί για τη σημερινή εποχή της ιδεολογικής συγχύσεως πρότυπο και σύμβολο αρετής, σωφροσύνης και ακλόνητης πίστεως στα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αφού όπως χαρακτηριστικά τόνιζε: «Οὐ χωρεῖ συγκατάβασις εἰς τά τῆς πίστεως», δηλαδή στα ζητήματα πίστεως δεν χωρεί συμβιβασμός. Άλλωστε και ο πιστός μαθητής του Αγίου, ο Γεώργιος Σχολάριος, ο και μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος, αναφέρει για τον υπέρμαχο και στυλοβάτη της ορθοδόξου πίστεως τα ακόλουθα: «Τόσον μόνον ἔχω νά εἴπω περί τῆς καθαρότητος τοῦ πατρός ὅτι, ὅτε ἦτο νεώτερος καί πρίν νά ἐκλέξη τήν νέκρωσιν ὑπέρ Χριστοῦ, ἦτο σωφρονέστερος καί ἀπό τούς ἀσκητάς, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς τάς ἐρήμους, καί ὅταν ἀπέρριψεν ὅλα διά τόν Χριστόν καί ἔκυψε κάτω ἀπό τόν ζυγόν τῆς ὑποταγῆς, δέν διέψευσε τάς πρός τόν Χριστόν ὑποσχέσεις, οὔτε ἀνεμίχθη εἰς τούς κοσμικούς θορύβους, παρασυρθείς ὑπό τῆς προσκαίρου δόξης, ἀλλά μέχρι τῆς τελευτῆς του διετήρησε σταθερῶς τήν θέρμην τῆς εἰς Χριστόν ἀγάπης, κατοικῶν μέν τήν πόλιν, ἀλλά παραμείνας ἄπολις, διότι δέν προσηλώθη εἰς κανέν πρᾶγμα ἀπό ὅσα ὑπάρχουν εἰς αὐτήν». Του Αριστείδη Γ. Θεοδωρόπουλου, ΕκπαιδευτικούΒιβλιογραφία· Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Εκδόσεις Δ.Π. Νέστωρ, χ.χ.· Βασιλοπούλου Χαραλάμπους Δ., Αρχιμανδρίτου, Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, Εκδόσεις «Ορθοδόξου Τύπου», Έκδοση 8η , Αθήναι 2011.Παναγοπούλου Δημητρίου, Εις Έναντι Μυρίων – Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και οι αγώνες του, Αθήναι χ.χ.(πηγή: armenisths.blogspot.co.uk/2015/01/1392-1444-19.html) ... See MoreSee Less
View on Facebook
Saint Mark Eugenikos, Bishop of Ephesus, 19 JanuarySt. Mark was born ca. 1391-1392 in Constantinople. His parents belonged to a prominent family of considerable means. His father was a deacon at the Church of the Holy Sophia, the Wisdom of God. His mother was the daughter of a physician. In Holy Baptism, the future Holy Hierarch received the name Manuil (Emmanuel, meaning “God is With Us”); one can see in that fact a prophetic description of his future significance to the Church.Manuil’s first instructor in academic subjects and in piety was his father. The boy was so successful in his studies that while he was still a young boy, his father schooled him in rhetoric and mathematics. When he was 13, Manuil lost his father, but did not succumb to laziness; he continued his studies in Constantinople with renowned professors John Cartasmeno and George Gemistus Plethon. Thanks to his great dedication, remarkable intellect and unquestionably high morals, soon the future confessor of the Church himself became an instructor, attracting the most talented youth. His great spiritual gifts would not remain unnoticed. Manuil became the favorite spiritual child of Patriarch Euphemius of Constantinople (1410-1416); the future Holy Hierarch’s closeness to and love for the Patriarch were later reflected in the canon and sticherae he composed following the archpastor’s death. Emperor Manuil II brought him into his circle as a confidant and advisor. At the direction of Manuil II’s successor, Emperor John VIII, St. Mark authored a great number of compositions addressing difficult theological questions. These works, and the extremely high position St. Mark held among the delegates to the Council in Italy indicated that he was held in great respect by Emperor John VIII.Thus, closeness to the Emperors opened up to him a path to wealth and to finding all manner of benefits. A brilliant career stretched forth before him. However, the soul of the true lover of wisdom was seeking something else.In 1418, at the age of 26, Manuil left the capital and went to Antigone, one of the islands then governed by Byzantium, and located at the mouth of the gulf of Nicomedia. Abbot Simeon became the Saint’s spiritual father, and tonsured him into monasticism, with the name Mark. That great spiritual director, about whom unfortunately more detailed information is unknown, led St. Mark along the narrow path toward salvation. Life on the island of Antigone was one of constant stress and worry over expected attacks by the Turks. Under such circumstances, it was difficult for the spiritual strugglers to maintain calm, focus, and silence. Thus, Mark and his spiritual father departed for a new home at the famous Monastery [of St. George] of Mangana in Constantinople. There the spiritual Elder reposed, and there Holy Hierarch Mark later valiantly completed his own life’s course. At the Monastery of Mangana, the Saint gave himself over to the greatest spiritual struggles.At the Emperor’s direction, St. Mark was appointed Metropolitan of Ephesus after the aged Metropolitan Joasaph reposed in 1437. The Holy Hierarch was not to remain long with that flock. On November 24, 1437, he left for Italy as part of an enormous delegation to the Council of Ferrara-Florence.The bulk of the Greeks who left for Italy went with a sense of spiritual enthusiasm. Before their departure, patriarch Joasaph had said that they were going to the Council to contract a Union, but that they would not compromise any of the traditions of the Holy Church that had passed on to them, and that if need be, they were ready to die for those traditions, for what could be more glorious than a martyr’s crown?! Alas, everything turned out otherwise. As we know, the Patriarch never returned to Constantinople, but died in Florence. Orthodoxy was betrayed and sold out, and the Greeks returned to their Homeland not as conquerors bearing spiritual trophies, but in shame and sorrow. The Council, held to consider the question of unification of the Eastern and Western Churches, was solemnly convened in the Cathedral Church of Ferrara on April 9, 1438. Emperor John VIII Palaeologus, head of the delegation, looked upon the Unia as a political act allowing Byzantium to count on Western support in its battle with the Turks. The Emperor, in whose court Italian influence was great as the result of his marriage to Sophia of Monferrato, thought that reaching an agreement with the West was not merely possible, but essential. Accordingly, he summoned to his ranks such accomplished enthusiastic supporters of Orthodoxy as Holy Hierarch Mark, and demanded that at the Council, sharp polemics with the Latins on theological questions be avoided. He hoped that a compromise acceptable to all might be accomplished through vague wording. Pope Eugene IV of Rome pursued other goals. First of all, he wanted to use the Unia to raise his prestige in the Catholic world, something that had been shaken at the Council of Basle; second, he wanted to assert his control over the Orthodox Church. Therefore, he insisted that as soon as possible, the two Churches form a bilateral commission to identify and analyze the points of contention between the two sides, and to chart the paths to contracting a Unia. After some delay, the Greeks authorized only Holy Hierarch Mark of Ephesus and Metropolitan Bessarion of Nicaea to take part in discussions with the Latins. Of those two, St. Mark took the lead, and was also authorized to represent the Patriarchates of Alexandria and Antioch.At the request of Cardinal Julian Cesarini, before the commission began its work, St. Mark laid out for Pope Eugene IV the position of the Greek delegation. The Holy Hierarch yearned for Church unity, believed that a Unia was possible, and sought unity with the Latins, but a true unity, based on unity of faith and ancient liturgical practice. Holy Hierarch Mark emphasized that the purity of Orthodoxy must be preserved, and that the talks might end without success unless Rome made certain concessions, renouncing innovations introduced into the dogmas and liturgical practice of the Western Church which were alien to the ancient Church and which were reasons for the schism. The Cardinal immediately delivered that appeal not only to the Pope, but to Emperor John as well. The Emperor, who had naively hoped that in concluding the Unia, painful theological questions could be avoided, was extremely displeased, and even wanted to have the Holy Hierarch brought to trial before the Synod. However, at the urging of Bessarion of Nicaea and others, he did not act on that proposed decision. At the same time, the Pope demanded ever more insistently that the Greeks explain themselves, and finally, at the third session of the commission the Catholics themselves proposed issues for consideration: 1) the issue of the Procession of the Holy Spirit; 2) the issue of the use of azymes, unleavened bread, for the Eucharist in the Roman Catholic Church; 3) the teachings with respect to Purgatory; and 4) the primacy of the Pope of Rome.The Greeks considered the question of Purgatory to be the simplest one, and that coming closer together on that issue would more likely allow them to come closer to agreement on the other issues. However, the subsequent debate on that question, during which Holy Hierarch St. Mark of Ephesus spoke out several times, ended without result on July 17, 1438. The Greek delegation did not agree to accept as dogma the Latin teaching with respect to a purgatory fire through which sinners could avoid eternal torment by undergoing a temporary punishment and purging. Such a view would cast doubt on the Church teaching with respect to an after-death recompense, and would tempt people of weak faith to take a “broad path” to salvation.After the Orthodox and Latins failed to reach agreement with respect to Purgatory, the first question under discussion, and after the first attempt to find rapprochement on Orthodox and Catholic dogmatic positions failed, followed several months of inaction. It was only on October 8, 1438 that new discussions were begun, on the most important point of disagreement between the two sides – the question of the “Filioque” (i.e. “and [from] the Son,” the Roman Catholic teaching that the Holy Spirit proceeds not only from God the Father but also from God the Son.) The Latins insisted that the actual teaching with respect to the “Filioque” be reviewed, but the majority of Greeks, together with St. Mark of Ephesus, demanded that they review the question of whether it was legal to make any alteration in the Creed, the Symbol of Faith. In the course of discussions, St. Mark cited the decision of the Third Ecumenical Council which directly forbade such alterations, and called upon the Latins to acknowledge their error. However, Roman Catholic orators, aware of how vulnerable was their position, strove to justify themselves through a variety of subterfuges. After many sessions in which a number of orators spoke, many of the Greeks came to the conclusion that discussions with the Latins were going nowhere, and that it would be better for them to return to Constantinople.In early January 1439, at the last meeting of the Council in Ferrara, a papal bull was read, announcing that the Council was being moved to Florence. Florence became the place at which, in St. Mark’s words, the Latins threw off their masks, not just with respect to their attitude toward the Orthodox delegates, but with respect to their treatment of them. The Orthodox Greeks found themselves in a difficult position: exhausted, suffering from privations, submitted to a variety of restrictions, lacking the resources to return to their homeland, and recognizing Byzantium’s truly sorry state. In effect, they were invited to “sell out” the Orthodox Church in return for generous assistance both to the state and to the Greek delegates to the Council; they were even promised that a Crusade would be launched against the Turks. All of these factors led to a fracturing of the unity that had made the Greek delegation so strong in Ferrara. While in Ferrara, Holy Hierarch St. Mark of Ephesus had had the support of Metropolitan Bessarion of Nicaea and Isidore of Kiev, and the Emperor himself was on the side of the enthusiastic supporters of Orthodoxy, but in Florence the picture changed. The Greek hierarchs’ original objectives – to preserve Orthodoxy in all of its purity and to sway the Latins toward Unia by convincing them that they had an erroneous understanding of the dogmas on which they disagreed with the Orthodox – were replaced by a search for compromising, ambiguous decisions and unstable, shaky, dogmatic definitions. The fundamental theological search pursued by the Greek delegates became “To find some middle ground.” In essence, Holy Hierarch St. Mark of Ephesus found himself alone, in isolation. The Catholics, in their turn, no longer sought an agreement on unification, but rather sought unconditional dogmatic and administrative capitulation by the Eastern Church. Having accepted the Latin “Filioque” teaching, the Orthodox delegates to the Council of Florence were forced to compromise on other issues as well. On July 5, 1439, they signed the Florence Unia. St. Mark was the only Council participant who did not sign the Act of Union. In fact, he turned out to be the only one to have defended Orthodoxy. That is evidenced by the fact that on hearing of St. Mark of Ephesus’ categorical refusal to sign the Acts of the Council, the Roman Pope stated that the Unia was a complete failure. St. Mark, along with the Emperor and others who represented the Orthodox Church at the Council in Italy, returned to Constantinople on February 1, 1440. An active opponent of the Unia, St. Mark left the capital on May 15 without notifying the Emperor. He departed for Ephesus, which was under the control of the Turks. There St. Mark devoted all of his efforts to putting his ravaged diocese in order: converting those who had gone astray, ordaining priests, and interceding with the authorities on behalf of the needy. At the same time, he considered the battle against the Unia to be the most pressing issue. Thus, in his encyclicals, he continued to denounce the Greek-Catholics and the decisions of the Council of Florence. An encyclical he addressed to all Orthodox Christians of the East in July 1440 was of particular significance. It elicited both extreme dissatisfaction on the part of the uniates, and wrath on the part of the Emperor. As a result, during a journey to Mt. Athos, the Saint was arrested on the island of Limnos, and was incarcerated for two years, during which he suffered from sickness, a severe climate, and deprivation of many of the essentials of life. In 1442, at the order of the Emperor, Holy Hierarch St. Mark was released, on the day of commemoration of the Holy Seven Youths of Ephesus (4 August or 22 October). In a poem written on that occasion, the Archpastor thanked the Holy Youths of Ephesus for their intercession and assistance. St. Mark returned to Constantinople , where he lived until his blessed repose in 1457. It was God’s Providence that he remain a warrior for Orthodoxy until his final hour. (source: www.stjohndc.org) ... See MoreSee Less
View on Facebook
Άγιος Μακάριος ο Αλεξανδρεύς, 19 ΙανουαρίουΟ Όσιος Μακάριος, ο Αλεξανδρεύς, χρημάτισε ιερέας των λεγόμενων κελιών. Υπήρξε υπόδειγμα εγκράτειας και υπομονής και έτσι προικίσθηκε από τον Θεό και με το χάρισμα της θαυματουργίας. Τις αρετές του τις θαύμασε και αυτός ο Μέγας Αντώνιος και είπε: «Ιδού, επαναπαύθηκε επί σε το Πνεύμα το Άγιο και στο εξής θα είσαι κληρονόμος των αγώνων μου».Κάθε φορά που ο Όσιος αντιλαμβανόταν ότι κάποιος επιτελούσε ένα σπουδαίο ασκητικό αγώνισμα, υποκινούμενος από έναν Άγιο ζήλο, τον μιμείτο και έκανε και αυτός το ίδιο αγώνισμα. Έτσι, όταν άκουσε ότι οι Ταβεννησιώτες μοναχοί, καθ’ όλη την διάρκεια της Τεσσαρακοστής, έτρωγαν άβραστο φαγητό, πήρε την απόφαση και επί επτά χρόνια δεν έφαγε κανένα μαγειρευμένο φαγητό. Τρεφόταν μόνο με λάχανα ωμά και όσπρια. Επίσης και τον ύπνο του αγωνίσθηκε να περιορίσει στο ελάχιστο. Και, για να το κατορθώσει αυτό, δεν μπήκε κάτω από στέγη επί είκοσι ολόκληρα ημερόνυχτα, φλεγόμενος από τον καύσωνα της ημέρας και ξεπαγιάζοντας από το ψύχος της νύχτας.Μια φορά ο Όσιος ενοχλήθηκε από το δαίμονα της πορνείας και, προκειμένου να εξουδετερώσει τον δαίμονα αυτό, κατέφυγε σε ένα εντελώς έρημο και ελώδη τόπο, όπου παρέμεινε επί έξι μήνες. Εκεί υπήρχαν κουνούπια πολύ μεγάλα, σαν σφήκες, τα οποία με τα τσιμπήματά τους τον καταπλήγωναν σε όλο του το σώμα. Όταν, λοιπόν, ύστερα από τους έξι μήνες γύρισε στο κελί του, αναγνωριζόταν μόνο από την φωνή του, αφού το σώμα του εξωτερικά είχε παραμορφωθεί και έμοιαζαν με το σώμα ανθρώπων που πάσχουν από την ασθένεια της ελεφαντίασης.Κάποια φορά ο Όσιος καθόταν στην αυλή και έλεγε λόγους ωφέλιμους σε παρευρισκόμενους εκεί Χριστιανούς. Τότε μία ύαινα, αφού πήρε μαζί της το νεογνό της, το οποίο ήταν τυφλό, πλησίασε τον Άγιο και το έριξε στα πόδια του. Εκείνος, αφού έπτυσε στα μάτια του μικρού ζώου, του χάρισε το φως. Έτσι, θεραπευμένο πλέον, το πήρε η ύαινα και έφυγε. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί όμως, αυτή γύρισε πάλι στον Άγιο, φέρνοντάς του από ευγνωμοσύνη μια μεγάλη προβιά για στρώμα. Εκείνος όμως είπε στην ύαινα: «πράγματα προερχόμενα από αδικία εγώ δεν τα δέχομαι». Εκείνη τότε, έσκυψε το κεφάλι και έφυγε από την αυλή.Έτσι, λοιπόν, αφού ασκήθηκε ο Όσιος Μακάριος και έφθασε σε βαθύ γήρας, κοιμήθηκε με ειρήνη το 395 μ.Χ.(πηγή: www.saint.gr/1141/saint.aspx) ... See MoreSee Less
View on Facebook
Saint Macarius of Alexandria, 19 JanuarySaint Macarius of Alexandria was a contemporary and friend of St Macarius of Egypt (January 19). He was born in the year 295, and until the age of forty he was occupied in trade. Later, he was baptized and withdrew into the desert, where he spent more than sixty years.After several years of ascetic life he was ordained to the holy priesthood and made head of the monastery the Cells in the desert between Nitria and Skete, where hermits silently lived in asceticism, each separately in his own cell. There were three deserts in northern Egypt: the first was the Cells (the inner desert), so designated because of the many cells carved into the rocks. The second was called Skete (utter desert). The third was the Nitrian desert which reached the western bank of the Nile.St Macarius of Alexandria, like Macarius of Egypt, was a great ascetic and monastic head, and he worked many miracles. Learning about some monk’s ascetic feat, he attempted to imitate it. Thus, when he heard that someone ate only one pound of bread a day, he would eat only that much or even less. Wishing to shorten his sleep, he stayed for twenty whole days under the open sky, enduring heat by day and cold by night.St Macarius once received a bunch of newly-picked grapes. He very much wanted to eat them, but he conquered this desire in himself and gave the grapes to another monk who was sick. That monk, wanting to preserve his abstinence, gave the grapes to another, and he gave them to a third and so forth. In the end the bunch of grapes returned to St Macarius. The ascetic was astonished at the abstinence of his disciples and gave thanks to God.Once, a proud thought came to the saint to go to Rome and heal the sick. Struggling with the temptation, the saint filled up a sack of sand, loaded it on himself and walked into the desert until he exhausted his body. The proud thought then left him.By his ascetic life, fasting, and renunciation of earthly things, St Macarius acquired the gifts of wonderworking and of discerning the inner thoughts of people, and he also saw many visions. He once saw how one of the ascetics of the holy monastery, St Mark, received the Holy Mysteries from the hands of angels, and how during Communion the careless brethren received burning coals from the demons instead of the Body of Christ.St Macarius was glorified by many miracles of healing the sick and casting out devils. St Macarius of Alexandria died in about 394-395 at age of one hundred. He wrote a Discourse on the Origin of the Soul included in the text of the Annotated Psalter.(source: www.oca.org/saints/lives/20121/01/19/100227-venerable-macarius-of-alexandria) ... See MoreSee Less
View on Facebook

UPDATES FROM OUR GALLERY

See More