WELCOME TO THE
GREEK ORTHODOX CHURCH OF ST. NICHOLAS CARDIFF


IMPORTANT ANNOUNCEMENTS

Dear brethren,
We would like to inform our Parishioners that every Sunday, after the Divine Liturgy, between 11:45am and 2:30pm, our Church will be open for private prayer with the understanding that only one person (or one family bubble) at a time may enter the Church and pray. Other days you may contact our priest in charge Bishop Iakovos by calling at +44 (0) 7970 838 043. We will be adhering to government guidelines.

Coronavirus regulations: frequently asked questions (opens new link)

ELECTION OF OUR SPIRITUAL FATHER ARCHIMANDRITE
IAKOVOS SAVVA AS BISHOP OF CLAUDIOPOLIS

It is with great joy that we were informed about the ultimate honour of the election of our spiritual Father and Priest in charge Archimandrite Iakovos Savva as Bishop of Claudiopolis. The Bishop-elect serves the Biblical Holy Archdiocese of Thyateira and Great Britain since 1993. He serves our historic community since 2000 and will continue to serve the Church of Almighty God from the position of the Assistant Bishop of His Eminence Archbishop of Thyateira and Great Britain Nikitas. The members of the Church committee, the Ladies Philanthropic Association, the Trustees and the parishioners of our Church wish wholeheartedly with fear of God and humbleness health and strength to His Grace in order to be able to fulfil successfully his new duties. Axios!

UPCOMING SERVICES

Celtic cross

LATEST NEWS

O all-pure and incorruptible Virgin Bride of God, and our Sovereign Lady, who made the Word of God one with mankind by gloriously giving birth to your Son and joining our fallen nature to His divine nature; who are the hope of the despairing and the support of those in distress, the swift defender of those who turn to you and the refuge of all Christians:Do not turn from me, an unclean sinner, who have destroyed myself with unworthy thoughts, words and deeds, and have been enslaved by forgetfulness to the carnal passions of life; but have compassion on me, O Theotokos, and accept the prayer of a sinner and prodigal, offered from unclean lips.Exercise your boldness as a mother, and pray to your Son, our Lord and Master, that He will make known to me also His compassionate goodness, and overlooking my countless sins, will turn me to repentance and make me fervent in doing His commandments.Be with me always in your grace and loving mercy, for you are the fervent helper who turn away the assaults of enemies and guide men toward salvation, caring for my unworthy soul at the hour of death and driving from it the darkness of evil spirits. In the Day of judgment, free me from eternal torment and show me to be an heir of the divine glory of your Son, and our God.Grant this, O Lady Theotokos, by your prayers and intercessions, through the mercy and lovingkindness of your only-begotten Son, our Lord and Savior Jesus Christ, to Whom are due all glory, honor and worship, with the Father Who is eternal, and His all-holy, good and life-giving Spirit, now and ever and unto ages of ages. Amen. ... See MoreSee Less
View on Facebook
The Holy Metropolitan Antonios of Siatistis (†17 December 2005), kisses the hand of the Holy Elder Ioannis Kalaidis († 4 August 2009).Ο ἅγιος ἐπίσκοπος Ἀντώνιος Σιατίστης († 17 Δεκεμβρίου 2005), ἀσπάζεται τό χέρι τοῦ ἁγίου Πατρός Ἰωάννη Καλαΐδη (†4 Αυγούστου 2009). ... See MoreSee Less
View on Facebook
Fr John Kalaidis († 4 August 2009) with Metropolitan Antonios of Sisaniou and Siatistis († 17 December 2005).Ο π. Ιωάννης Καλαΐδης με τον μακαριστό μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης κυρό Αντώνιο († 17 Δεκεμβρίου 2005). ... See MoreSee Less
View on Facebook
Πατήρ Ιωάννης Καλαΐδης, † 4 Αυγούστου 2009Οι μαθητές και κατ’ επέκταση όλοι οι χριστιανοί που θέλουν και ζούνε σύμφωνα με τον λόγο του Θεού, χαρακτηρίζονται από τον Κύριο στο ευαγγέλιο του Ματθαίου ως το φως και το άλας της γης, αλλά και ως πόλη που βρίσκεται χτισμένη πάνω σε όρος και φαίνεται από παντού. Τονίζοντας τις κοσμοσωτήριες διαστάσεις ενός τέτοιου τρόπου ζωής, που προκύπτει από την σύνδεση της ζωής του ανθρώπου με την θεία ζωή και είναι καρπός της ελεύθερης βούλησης και της συνέργειάς του με τον ενεργούντα Τρισυπόστατο Θεό – ο Οποίος τον εξομοιώνει μαζί του και από θνητό τον καθιστά κατά χάριν Θεό, ώστε οι χριστιανοί διά της μετοχής τους αυτής και τη λαμπρή ενάρετη και μεστή από καλά έργα ζωή τους, να εξελίσσονται σε μαγνήτη που έλκει τους ανθρώπους από την πλάνη στην αλήθεια, από το σκοτάδι της αμαρτίας στο φως της ζωής, ώστε να επιστρέφουν στην αληθινή ζωή και να αποδίδουν ορθή δόξα στον μόνο αληθινό Θεό.Μια τέτοια πόλη ψηλά κτισμένη, ώστε να μην διαφεύγει την προσοχή των ανθρώπων αλλά να τους έλκει κοντά της, για να τους προσφέρει ανάπαυση και ένα τέτοιο φως που να φωτίζει τον κόσμο, ο οποίος περιπλανιέται στο σκοτάδι αλλά και ένα τέτοιο άλας που επιφέρει θεραπεία στη σήψη την οποία πληρώνει η αμαρτία στον άνθρωπο, υπήρξε και ο μακαριστός Γέροντας Ιωάννης του Νεοχωρίου. Ο λαμπρός αυτός γέροντας του καιρού μας έλαμψε με την εν Αγίω Πνεύματι ζωή του στη ταλαιπωρημένη γενεά μας, η οποία με την πορεία της στη δική της έρημο δοκιμάζεται στην κρίση και την οδύνη της μακριά από τον Θεό εποχής μας.Παιδικά και νεανικά χρόνιαΟ πατήρ Ιωάννης Καλαΐδης γεννήθηκε στο Καμαρωτό Σερρών από ευσεβείς γονείς τον Χρυσόστομο και τη Θεοδώρα στις 8 Μαΐου του 1925, ημέρα εορτής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Πήρε έτσι το όνομα του ευαγγελιστή και αγαπημένου μαθητή του Κυρίου μας, Ιωάννη – ενέργεια που φανερώνει το φόβο Θεού αλλά και την αγάπη που είχαν οι γονείς του προς την εκκλησία και τους αγίους της.Σημαντικό ρόλο στο έναυσμα της καλής πνευματικής του πορείας υπήρξε το πρόσωπο της μητέρας του, η οποία ήταν γυναίκα με πίστη και αγάπη προς τον Θεό και την εκκλησία του. Η Θεοδώρα ήθελε τα παιδιά της να έχουν Θεό μέσα τους και έτσι τα καθοδηγούσε στην προσευχή και στον τακτικό εκκλησιασμό. Η θεοφοβούμενη αυτή γυναίκα είχε την καταγωγή της από την Μικρά Ασία, τον Όλυμπο της Βιθυνίας. Στο όρος αυτό τα βυζαντινά χρόνια γεννήθηκε και άκμασε μία ολόκληρη μοναστική πολιτεία ομόλογη στο πνευματικό ύψος της Θηβαΐδος της Αιγύπτου και της μοναστικής Αθωνικής πολιτείας του Αγίου Όρους, και η οποία έδωσε στην εκκλησία πλήθος αγίων, ασκητών και μαρτύρων. Στα χαλεπά χρόνια της εικονομαχίας τα μοναστήρια υπήρξαν φάρος και προπύργιο της ορθοδοξίας και της ορθοπραξίας. Αυτή η πνευματικότητα επηρέασε τους ανθρώπους της περιοχής και έφτασε έως και την εποχή της μητέρας του Θεοδώρας. Έτσι, όταν κατά τη μικρασιατική καταστροφή βίωσαν τον ξεριζωμό από τα πάτρια εδάφη τους και έχασαν την υλική τους περιουσία, κατάφεραν να κρατήσουν μέσα τους την πνευματική περιουσία που γνώρισαν.Ο Γέροντας είχε μεγάλη αγάπη για την μάνα του, έτρεφε μεγάλη αδυναμία προς το πρόσωπό της, έτσι ώστε από την μικρή του ηλικία στο Καμαρωτό Σερρών να γίνεται δέκτης των πνευματικών αντανακλάσεων που κληρονόμησε εκείνη και εκ των αντανακλάσεων αυτών να διαμορφώνεται μέσα του ο σεβασμός και η αγάπη του προς τον Θεό.Η παιδική ηλικία του Γέροντα διέφερε από την ζωή των άλλων παιδιών που ως προτεραιότητά τους είχαν το παιχνίδι, κάτι πολύ φυσικό για την ζωή τους. Ο ίδιος ήταν σοβαρός και αγαπούσε πολύ την εκκλησία και την παραμονή μέσα σ’αυτήν. Θαύμαζε την ζωή του λειτουργού και ήθελε και ο ίδιος να διακονήσει τον Θεό με το ίδιο ιερό έργο. Είχε επιθυμία να γίνει κληρικός, να ανήκει στον κλήρο του Κυρίου και να ποιμάνει τα λογικά πρόβατα, την ποίμνη για την οποία ο Χριστός πρόσφερε το αίμα του και την ζωή του θυσία στον Επουράνιο Πατέρα του. Έλεγε χαρακτηριστικά: «καθώς θυμάμαι τον εαυτό μου, πήγαινα τακτικά στην εκκλησία και βοηθούσα τον ιερέα στο ιερό βήμα, και έλεγα να με αξιώσει και μένα ο καλός Θεός να γίνω ένας ιερεύς και να τον υπηρετήσω, και ο καλός Θεός που ακούει τα πάντα άκουσε την παιδική μου προσευχή».Ο Γέροντας βίωσε πολλά θαυμαστά γεγονότα στη ζωή του και η διήγηση του βίου του θυμίζει τα συναξάρια των αγίων τα οποία είναι γεμάτα από ανάλογες διηγήσεις και προκαλούν έκπληξη στους ανθρώπους που δεν έχουν ανάλογες εμπειρίες τέτοιων πνευματικών αποκαλύψεων – ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν την πίστη των ευσεβών χριστιανών στον Κύριο της δόξης. Η αρχή των αποκαλύψεων αυτών ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Στην ηλικία των δέκα ετών, έζησε ένα θαυμαστό γεγονός, όχι σε όνειρο αλλά ζωντανά. Είδε τρεις αρχιερείς ντυμένους τα ιερά άμφια, να μπαίνουν στο σπίτι τους και να θυμιατίζουν τα δίδυμα της οικογένειας, τον Γιώργο και την Αναστασία, και αυθόρμητα είπε στην μητέρα του: «Βλέπεις τους τρεις ιεράρχες;». Η μητέρα του τότε μονολόγησε με θαυμασμό και φόβο Θεού «Τι βλέπει αυτό το παιδί;». Το ίδιο βράδυ η μικρή αδερφή του Αναστασία άφησε τον πρόσκαιρο κόσμο και πέρασε στον ουράνιο κόσμο του Θεού.Ο γέροντας υπηρέτησε στον Ελληνικό στρατό στις 28 Οκτωβρίου του 1947 έως και τις 20 Μαρτίου του 1950. Μία πολύ δύσκολη περίοδος για την πατρίδα μας, καθώς αυτά τα χρόνια συνέπεσαν με την περίοδο που σπάραζε το δοκιμασμένο έθνος μας από τα δεινά του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). Ο π. Ιωάννης αγαπούσε πολύ την πατρίδα του και πονούσε πολύ από τον βίαιο πόνο που βίωσε το Ελληνικό έθνος. Συνήθιζε να λέει: «Αδελφός παρέδιδε στον θάνατο τον αδελφό του, φοβερό πράγμα». Βλέποντας το φόβο και τον θάνατο να κυριαρχούν παντού, πονούσε πολύ και δεν άντεχε να βλέπει τους ανθρώπους να υποφέρουν. Ο ίδιος του κινδύνευσε πολλές φορές και σώθηκε από βέβαιο θάνατο. Η κυριαρχία του θανάτου πάνω στους ανθρώπους και η απουσία της αγάπης συγκλόνισαν τον Γέροντα βαθύτατα, έτσι κατέφευγε στην προσευχή για να σταματήσουν αυτά τα δεινά, να πάψουν οι άνθρωποι να βιαιοπραγούν, να διαφυλάξει ο Θεός τους ανθρώπους και τον ίδιο από τον θάνατο και να βασιλεύσει η ειρήνη στο έθνος μας. Προσευχόμενος κάποτε ο π. Ιωάννης αξιώθηκε μία θαυμαστή αποκάλυψη: είδε την ώρα της καρδιακής του προσευχής στον στρατιωτικό θάλαμο τον Κύριο ζωντανό, όπως εικονίζεται στις εκκλησίες μας, στην εικόνα του Παντοκράτορος και άκουσε την φωνή του Κυρίου να τον καθησυχάζει. Πράγματι η θεία πρόνοια τον προστάτεψε πολλές φορές και όπως έλεγε και ο ίδιος: «Ευχαριστώ τον καλό Θεό που με ενθάρρυνε και με γλύτωσε από το πυρ του πολέμου». Τον Αύγουστο του 1949 τελείωσε ο εμφύλιος και ο ίδιος αφού απολύθηκε, επέστρεψε σώος και αβλαβής στο χωριό του κοντά στους γονείς του.Ήταν ευσεβής άνθρωπος, πιστός στον Θεό, απλός, ήσυχος, ευγενικός προς όλους, εργατικός και ντροπαλός. Η επιστροφή στο χωριό του, δεν ήταν μόνο επιστροφή στο πατρικό του, κοντά στους γονείς του, που σεβόταν και τιμούσε, αλλά ήταν και επιστροφή στην εκκλησία, που κατά την διάρκεια της θητείας του τού έλειψε και αυτό τον στενοχωρούσε πολύ. Ενώ εργαζόταν στα χωράφια δεν παρέλειπε να εκκλησιάζεται τις Κυριακές, να μελετά την Αγία Γραφή και να διαβάζει χριστιανικά έντυπα της εποχής του.Το 1955 σε ηλικία τριάντα ετών, άμεμπτος από σαρκική αμαρτία, ήλθε σε νόμιμο γάμο με την Πολυξένη, απέκτησε μαζί της τα τρία πρώτα του τέκνα, τη Θεοδώρα, τον Χρήστο, και την Σοφία. Οι δυσκολίες της οικογενειακής ζωής δεν τον εμπόδισαν από τα πνευματικά του καθήκοντα. Εξάλλου, δεν μπορούσε να ζει έξω από την εκκλησία και τη θεία λειτουργία και έδειχνε πολύ ζήλο να είναι μέσα στον ναό, να ίσταται ενώπιον του Θεού και να προσεύχεται για την σωτηρία του και την σωτηρία όλων. Δεν άργησε όμως να έλθει ο πειρασμός: πολλοί χωριανοί που τον έβλεπαν να πηγαίνει με τέτοια σπουδή στην εκκλησία, παρόλη την καθημερινή κούραση από την εργασία του στους αγρούς, άρχισαν να τον πειράζουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να τον αναγκάσουν να πηγαίνει κρυφά και να έχει λογισμούς να βραδύνει τον τακτικό εκκλησιασμό του. Ευρισκόμενος τότε στον χώρο της εργασίας του και συνομιλώντας με τους λογισμούς εκείνους, δέχτηκε θεία υπόδειξη να μην εγκαταλείψει την ιερή του συνήθεια, αλλά να εκκλησιάζεται. Αυτή τη φωνή την άκουσε τρείς φορές στην ζωή του και έκλαψε πικρά γιατί αισθάνθηκε πως λύπησε τον Κύριο και τον πρόδωσε όπως ο απόστολος Πέτρος. Έκτοτε δεν επανέφερε ποτέ ξανά τους λογισμούς εκείνους μέσα του, πρόσεχε δε πολύ να μην λυπήσει τον Κύριό του, όχι μόνο διά λόγων και έργων, αλλά και διά των λογισμών του. Γνώριζε πολύ καλά ότι το πονηρό πνεύμα πρώτα προσπαθεί να αποσπάσει τους ανθρώπους από την θεία ζωή με την υποβολή των λογισμών και έπειτα να τους αποσπάσει και σωματικώς. Έτσι άρχισε την εργασία της ιερής νήψεως και δεν παρέλειπε τον εκκλησιασμό του. Παρέλειψε να λειτουργηθεί μόνο δύο φορές , ως επίστρατος, όταν λόγω της στρατιωτικής του υπηρεσίας δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει την αγαπημένη του εργασία. Μάλιστα, είχε κάνει τότε και έντονα παράπονα προς τους ανωτέρους του, ζητώντας να μην τον αποσπούν από την ευλογημένη συνήθειά του, που είναι τόσο αρεστή στον Θεό, και τους προειδοποίησε πως την επόμενη φορά δεν θα ακολουθούσε στο καθορισμένο πρόγραμμα. Έως το 1970 διακόνησε στην εκκλησία ως νεωκόρος, επίτροπος και ψάλτης, διατηρώντας την αίσθηση πως δεν είχε προσφέρει στην εκκλησία απολύτως τίποτα. Είχε ταπείνωση στην καρδιά και όχι στα λόγια και αυτή η ταπείνωση ήταν συνοδοιπόρος του σε όλα τα χρόνια της ζωής του. Έτσι με μια τέτοια ζωή, σιγά σιγά ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για την Ιερωσύνη του.Ιερεύς του ΥψίστουΑρχές του 1970, στις 3 Ιανουαρίου, είδε ένα περίεργο όνειρο, όπως συνήθιζε συχνά να διηγείται, ιδίως σε κληρικούς, για να τονίσει ότι η ιεροσύνη είναι δωρεά του Κυρίου: «Είδα στον ύπνο μου, τον σεβασμιότατο Μητροπολίτη μας Ιωάννη να με καλεί στην Μητρόπολη και να μου δίνει το ευαγγέλιο, λέγοντάς μου να διαβάσω τους στίχους “πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη” (Ματθ. 28,19). Εγώ τους διάβασα, μου λέει καλώς, μέχρι του αγίου Ιωάννου θα σε κάνω ιερέα».Το όνειρο αυτό επαληθεύτηκε μερικούς μήνες αργότερα, όταν ο π. Γερβάσιος τον κάλεσε στην Μητρόπολη και τα υπόλοιπα εξελίχτηκαν όπως τα προείδε. Η χειροτονία του έγινε στις 3 Ιουλίου από τον μακαριστό Μητροπολίτη Σιδηροκάστρου κ.κ. Ιωάννη. Η χαρά του ήταν απερίγραπτη και διατηρήθηκε σε όλη την διάρκεια της υπόλοιπης ζωής του.Ο λόγος του διανθιζόταν με διάφορα παραδείγματα και συμβουλές ώστε να παρουσιάσει το μεγαλείο της θεοσύστατης ιεροσύνης, αλλά και της ανεπανάληπτης χάρης που προσφέρει ο Θεός στους κληρικούς του. Πίστευε ότι οι ιερείς πρέπει να δοξάζουν τον Θεό μέρα και νύχτα, που τους αξίωσε μια τέτοια δωρεά, γιατί δεν υπάρχει κανείς άξιος για να την ντυθεί. Έλεγε ακόμα πως, αν ο Θεός δεν ήθελε, δεν θα γινόταν κληρικός κάποιος που είχε την επιθυμία αυτή, γιατί ο Κύριος καλεί, αυτός ο Κύριος είναι η θύρα. Γνώριζε πολύ καλά πόσο ο Θεός σέβεται την ελευθερία στον άνθρωπο και δεν καταργεί το ανθρώπινο αυτεξούσιο. Η αγαπημένη του διήγηση, ήταν από το βιβλίο της Γένεσης, για τον Αδάμ και την Εύα, για το κατ ’εικόνα και το καθ’ομοίωση: είχε την άποψη ότι εκεί κρύβεται όλη η θεολογία της εκκλησίας μας. Χρησιμοποιούσε παραδείγματα από το ιερό ευαγγέλιο, τα οποία καταδεικνύουν την πρόνοια του Θεού. Έλεγε: «Ο Θεός έχει καταμετρημένες και τις τρίχες της κεφαλής μας και χωρίς την θέλησή του, δεν πέφτει καμία τρίχα μας στη γη. Ο Θεός ήθελε, γι’ αυτό γίνατε ιερείς του». Αφού, δηλαδή, δείχνει ενδιαφέρον για μια τέτοια μικρή υπόθεση, πώς θα αμελούσε τότε για ένα τόσο βαρυσήμαντο γεγονός, για το ποιος θα γίνει ποιμένας των λογικών προβάτων του, για το ποιος θα διδάσκει τον λόγο του και θα τελεί τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας του, με τα οποία θα αγιάζεται και θα αγιάζει τους ανθρώπους. Επίσης, επισύναπτε σε αυτό πως η ιερωσύνη είναι ανώτερη και από την βασιλική εξουσία και έλεγε στους κληρικούς πως είναι ασύγκριτη με κάθε άλλη κοσμική θέση επί της γης, τονίζοντας πως δεν ανταλλάσσεται με τίποτα: «Αν μου έλεγε ο Θεός να επιλέξω να γίνω βασιλιάς η παπάς, παπάς θα έλεγα χίλιες φορές !».Δίδασκε ότι οι Λειτουργοί του Υψίστου θα πρέπει να ζούνε με μεγάλη προσοχή, να είναι διά της προσευχής σε διαρκή επικοινωνία με τον Κύριο, να δίνουν αγώνα κατά τις αμαρτίας, να είναι καθαροί από αυτήν, να αναπαύουν τους ανθρώπους, να ιερουργούν, να μελετούν τον λόγο του Θεού: «Να έχετε μια μικρή Αγία Γραφή πάνω σας συνέχεια, για να την διαβάζετε σε κάθε στιγμή και να είναι ο νους σας στον Θεό». Νουθετούσε να κατηχούν οι ιερείς τον Λαό του Θεού, να τον παροτρύνουν με πολύ αγάπη να ακολουθούν τον Χριστό και να τηρούν τις εντολές του, για να μη φανούν τελικά ανάξιοι της ιεροσύνης στα μάτια του Θεού. Δεν έπαυε να παραινεί για την ταπείνωση, πάνω στην οποία αναπαύεται ο Θεός και οι άνθρωποι και για την μετά βδελυγμίας αποστροφή της υπερηφάνειας, που είναι η αρχή όλων τον κακών: «Η ταπείνωση κάνει τους ανθρώπους αγγέλους και η υπερηφάνεια τους αγγέλους δαίμονες». Για τις πρεσβυτέρες έλεγε πως πρέπει να είναι ειρηνικές και φιλόξενες, να φροντίζουν τον ιερέα τους με αγάπη. Σε μια συζήτηση στο σπίτι του Γέροντα κάποιος ιερομόναχος μας είπε ότι η παπαδιά κάνει τον μισό παπά και τότε αναφώνησε ο π. Ιωάννης: «Όχι τον μισό παπά, όλον τον παπά κάνει η πρεσβυτέρα!». Όντως η αγάπη της πρεσβυτέρας για την εκκλησία δίνει φτερά στον παπά που στέκεται δίπλα της.Ο π. Ιωάννης διακόνησε σε διάφορες ενορίες της επαρχίας της Μητροπόλεως Σιδηροκάστρου και απ’ όπου πέρασε ο κόσμος τον αγάπησε. Όταν υπηρετούσε στο Σιδηροχώρι, στον ναό της Αγίας Κυριακής, απέκτησε το τέταρτό του παιδί. Εκεί ξεκίνησε μια απ’ τις πρώτες του δοκιμασίες, καθώς το μικρότερο και νεότερο μέλος της οικογένειας του νόσησε από οξεία λευχαιμία, οι γιατροί του ΑΧΕΠΑ έδωσαν στο παιδί τρεις μήνες ζωή. Άρχισαν έτσι να σκεπάζουν τη ζωή της οικογενείας του τα πρώτα μαύρα σύννεφα. Εκείνος όμως με πλήρη εμπιστοσύνη ύψωνε τα χέρια του στον ουρανό, ζητώντας να παρατείνει ο Θεός τη ζωή του μικρού Φίλιππα. Όντως, προς μεγάλη έκπληξη των γιατρών, το παιδί συνέχιζε να ζει και τελικά άφησε τη ζωή του σε ηλικία επτά χρονών στην νέα ενορία του γέροντα, τα Κάτω Πορόια.Στα Κάτω Πορόια υπηρέτησε στον ναό του Προδρόμου όπου ανέγειρε και αποπεράτωσε τον ναό της αγίας Ειρήνης της Μεγαλομάρτυρος. Υπηρέτησε ακόμα στη Λειβαδειά, στον ναό του Αγίου Δημητρίου και στο Νεοχώρι, στον ναό του Αγίου Γεωργίου, όπου έκτισε με την βοήθεια πολλών ευλαβών ανθρώπων τον ιερό ναό των Αγίων Ραφαήλ Νικολάου και Ειρήνης, τους οποίους ονόμαζε εφημερεύοντες ιατρούς της εποχής μας. Σήμερα αυτός ο ναός είναι προσκύνημα της Μητροπόλεως μας και εδώ ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου κ.κ. Μακάριος, αναγνωρίζοντας τον ζήλο του και την αγάπη του κόσμου στο πρόσωπο του Γέροντα, κατά την ημέρα των εγκαινίων του ιερού ναού των νεοφανών μαρτύρων, του απένειμε το οφφίκιο του πνευματικού και του πρωτοπρεσβυτέρου. Με την πίστη του και την ταπείνωσή του κέρδιζε τις καρδιές των ανθρώπων. Οι άνθρωποι που τον γνώρισαν μιλάνε με πολύ θαυμασμό για την προσωπικότητά του, αλλά ο ίδιος δεν είχε ποτέ τέτοιες αξιώσεις. Απέδιδε τα πάντα στη χάρη του Θεού, δεν ήθελε να τον ονομάζουν άγιο, ούτε να διαφημίζουν τις αρετές του – όσο όμως ποθούσε την αφάνεια, τόσο η θεία χάρις τον δόξαζε.Η μεγάλη αγάπη του για την προσευχήΑφιέρωνε πολύ ώρα στην προσευχή· εξάλλου, η προσευχή είναι αρετή και μητέρα των αρετών και ως μητέρα μυσταγωγεί τη σύναψη με τον Θεό, κατά τον Μάρκο τον ερημίτη. Ο γέροντας κατέστη ο ίδιος μια αδιάλειπτη προσευχή, με την ενοποίηση που προσφέρει η προσευχή στον άνθρωπο μέσα του και με τον Θεό. Έκαμε τις ακολουθίες του νυχθημέρου επί καθημερινή βάση, του μεσονυκτικού, του όρθρου, διάβαζε παράκληση και μνημόνευε πλήθος ονομάτων, τα απογεύματα διάβαζε τον εσπερινό και το απόδειπνο, αγρυπνούσε και έλεγε την ευχή στον Κύριο, στη Θεοτόκο και σε διάφορους αγίους της εκκλησίας. Πολλές φορές για ώρες προσευχόταν έτσι, αν λειτουργούσε διάβαζε την ακολουθία της θείας μεταλήψεως και μετά την ευχαριστία. Στην εκκλησία ως τα βαθιά του γεράματα κατά τη διάρκεια των ακολουθιών και της θείας λειτουργίας προσευχόταν όρθιος ή γονατιστός.Νήστευε όλη την διάρκεια του έτους, έτρωγε μια σούπα με ρύζι, καρότα και πατάτες. Ακόμα και στη διάρκεια των ασθενειών του δεν άλλαζε την συνήθειά του, όσο και αν επέμεναν τα παιδιά του και οι γιατροί. Συνέχεια αναφερόταν στο μαρτύριο του Χριστού, το οποίο έπαθε για εμάς, στις ύβρεις και τους εξευτελισμούς, στο μαστίγιο στη φραγγέλωση και στον σταυρικό θάνατο, ώστε να κατανοήσουμε την μεγάλη αγάπη του Κυρίου προς εμάς, αλλά και για να είναι παράδειγμα υπομονής και ταπείνωσης στις διάφορες δοκιμασίες μας, και να διάγουμε την ζωή μας με δοξολογία, αποβλέποντες στον στέφανο της αιωνίου ζωής κατά την ημέρα της δευτέρας παρουσίας Του. Αυτή η μεγάλη αγάπη του Κυρίου προς εμάς είναι που έλκυε και οδηγούσε τον ίδιο σε τέτοια μέτρα ασκήσεως.Ο π. Σωτήριος Βραμπάκης, που στα γεράματα του π. Ιωάννη ερχότανε με εντολή της Μητροπόλεώς μας να τον βοηθήσει στη λειτουργία, αφού λειτούργησε κάποτε μαζί με τον Γέροντα κι εμένα στον Άγιο Γεώργιο Νεοχωρίου, μου πρότεινε να πάμε για έναν καφέ. Εγώ επέμενα να περιμένουμε και τον Γέροντα και μου απάντησε γνωρίζοντας τις συνήθειες του γέροντα: «Τον παπαΓιάννη; Το μεσημέρι θα βγει από την εκκλησία!». Αργότερα ρώτησα την πρεσβυτέρα του Πολυξένη αν είχε συνήθεια να μένει προσευχόμενος στον Ναό μετά από την θεία λειτουργία και τότε μου αποκάλυψε πως ερχόταν κατά τη μία με δύο το μεσημέρι στο σπίτι. Η απάντησή της με κατέπληξε γιατί πέραν του ότι ήταν μεγάλος στην ηλικία, ήταν και πολύ φιλάσθενος. Βυθισμένος κάποια νύχτα μέσα στο πέλαγος μιας τέτοιας προσευχής προς την θεομήτορα ο Γέροντας Ιωάννης. η οποία ξεκίνησε το βράδυ και τελείωσε 7 ώρες μετά, λέγοντας το «Υπεραγία θεοτόκε, σώσον ημάς» και εναλλάσσοντάς το με τους χαιρετισμούς της Παναγίας μας. Έξαφνα εμφανίστηκε ζωντανά μπροστά του μέσα σε φως η Κυρία Θεοτόκος ανάμεσα σε δύο χορούς αγίων γυναικών, οι οποίες έψαλλαν διάφορους θεομητορικούς ύμνους, από τα δεξιά ο χορός των μαρτύρων γυναικών που υπέφεραν βίαιο θάνατο για τον Χριστό και από τα αριστερά των οσίων γυναικών που έλαμψαν με την άθλησή τους αφήνοντας όλα τα εγκόσμια. Τότε η Θεομήτωρ μέσα στη δόξα της τον χαιρέτισε και του είπε να συμβουλεύει όλους και κυρίως τους κληρικούς να καταφεύγουν στις πρεσβείες της και θα λαμβάνουν μεγάλη χάρη στο όνομά της. Αμέσως χάθηκαν όλα και από την μεγάλη χαρά ο ίδιος λιποθύμησε.Το μέγεθος της αγάπης και της υπομονής τουΘαύμαζε κανείς την ασκητικότητά του, η οποία πήγαζε από την αγάπη του Θεού και την αγάπη του πλησίον. Έκπληξη προκαλούσε ακόμα η υπομονή του και η χαρά που δοκίμαζε κατά τις ασθένειές του. Δεν έδειχνε ποτέ την παραμικρή ενόχληση, συνέχεια τα χείλη του ψιθύριζαν το «δόξα σοι ο Θεός, χίλιες φορές δόξα σοι ο Θεός». Στην ερώτηση πώς είναι δυνατόν να αντιμετωπίζει έτσι τα πράγματα, έδινε την απάντηση: «Αν δεν πονέσουμε, πώς θα καταλάβουμε; Πώς θα αισθανθούμε τον πόνο του αδελφού μας και πώς θα προσευχηθούμε με την καρδιά μας με πόνο για αυτόν;». Ακριβώς για αυτόν το λόγο, παράδοξο για εμάς, θεωρούσε τις δοκιμασίες των ασθενειών ευλογίες. Ένοιωθε δια του πόνου του τους ανθρώπους μέσα του και κατά την διάρκεια της προσευχής του έχυνε δάκρυα για όλους, πονούσε για όλους. Σε όλους φαινόταν πολύ παράξενο πώς μπορούσε και αγαπούσε έτσι. Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, το τέταρτο κατά σειρά παιδί του άφησε τον κόσμο μας σε ηλικία 7 ετών· σε άλλη περίπτωση κόντευε να χάσει τον εγγονό του και – ω του θαύματος, όπως και ο ίδιος το προείπε – το παιδί έμεινε στη ζωή· κάποτε έσπασε τον γοφό του, είχε μεγάλα προβλήματα με την πίεσή του, με το αναπνευστικό του και άλλα πολλά και στεκόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και στα τεμάχια των λειψάνων των πολυαγαπημένων του αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης και παρακαλούσε με πόνο για όλους, μνημονεύοντας τα ονόματά τους.Πώς πονούσε έτσι για τους άλλους, αφού τους περισσότερους δεν τους ήξερε; Αν κανείς εμβαθύνει στη Θεολογία της εκκλησίας μας, θα δει πως όλα αυτά προκύπτουν από την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό: μέσα στην αγάπη του Θεού βρίσκει κανείς τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και όλον τον κόσμο, σε μία οντολογική ένωση. Αυτό επιτυγχάνεται δια της οδού που διδάσκει η Αγία μας Εκκλησία, με τα στάδια της κάθαρσης του φωτισμού και της θέωσης. Όταν θελήσει ο άνθρωπος να συνεργήσει με το Θεό, αναδεικνύεται σε αληθινή υπόσταση. Όσοι έμειναν κοντά στον π. Ιωάννη και τον γνώριζαν, έβλεπαν ανθρώπους φοβισμένους, πονεμένους από τα βάσανα της ζωής, απογοητευμένους και μπερδεμένους, να έρχονται κοντά του και να φεύγουν γεμάτοι από χαρά: Ζούσαν το δικό τους προσωπικό θαύμα, έμεναν έκπληκτοι όταν προγνώριζε τα αιτήματά τους, τα προβλήματά τους, τα ονόματά τους, αλλά και έβρισκαν την λύση στα προβλήματά τους. Ήθελε όλοι να ενεργοποιήσουν το μεγάλο χάρισμα της Πίστης στον Χριστό, συμβούλευε τους ανθρώπους να εξομολογούνται, να κάνουν ευχέλαιο με νηστεία και προσευχή και έχοντας την άδεια του πνευματικού τους να κοινωνούν με πίστη των αγίων μυστηρίων. Ο ίδιος κοινωνούσε με φόβο Θεού και από τα μάτια του πάντοτε ανέβλυζαν δάκρυα προ της θείας κοινωνίας, δεν εξοικειώθηκε ποτέ με τα άγια, συμβούλευε να μεταλαμβάνουμε δακρυσμένοι, κι αν δεν μπορούσαμε, έλεγε, ας προσφέρουμε τουλάχιστον έναν αναστεναγμό συναισθανόμενοι την αμαρτωλότητά μας και την απέραντη δωρεά της αγάπης του Χριστού μας. Έλεγε ακόμη: «παιδιά μου πάντα να χαιρετάτε τις ιερές εικόνες όταν εισέρχεστε στην εκκλησία· σκέφτεστε να έρθει κανείς στο σπίτι σας και να μη σας χαιρετήσει; Δεν θα σας αρέσει η συμπεριφορά του, θα στενοχωρηθείτε». Απερίγραπτος ήταν ο τρόπος της εισόδου του στην εκκλησία – ξέρουν οι άνθρωποι που τον έβλεπαν: έκανε κοντά στα δέκα λεπτά ή και παραπάνω, για να φτάσει στο ιερό, έμενε μπροστά στις εικόνες και μιλούσε σαν να ήταν ζωντανές.Πολλά ήταν αυτά που μου έκαναν εντύπωση στον π. Ιωάννη. Κάποτε πήγα με έναν φίλο μου ιερομόναχο να τον δούμε, αφού μας μίλησε και σηκωθήκαμε να φύγουμε, ήθελε να ευχαριστήσει τον ιερομόναχο. Πήρε μερικά φρούτα και του τα έδινε στο χέρι, εκείνος από ευγένεια και ντροπή αρνιότανε να τα πάρει και έλεγε πως δεν τα έχει ανάγκη. Τότε ο Γέροντας μάς αποστόμωσε λέγοντας «εγώ τα έχω ανάγκη γι’ αυτό τα δίνω»: ήξερε καλά πως αναπαύοντας τους ανθρώπους, αναπαύεις τον Θεό και πως η σωτηρία μας εξαρτάται από την αγάπη στον πλησίον. Είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να διδάσκει, δίδασκε με την ζωή του. Ακόμη έλεγε και το εννοούσε από την ψυχή του, από το είναι του, πως είναι ο τελευταίος παπάς της Ελλάδας, ονόμαζε τον εαυτό του ελεεινό και «σκωλήκων βρώμα», ασπαζόταν με πολύ χαρά το χέρι των επισκόπων της Εκκλησίας μας, αλλά και των νεωτέρων ιερέων. Μετά τη θεία λειτουργία μάς φιλούσε στο μέτωπο, εγώ παραπονιόμουν και έλεγα «μη Γέροντα, είμαι ιδρωμένος» και έλεγε «παιδί μου αυτό δεν είναι ιδρώτας, είναι αγιασμός».Θείες ΕμπειρίεςΗ θεωρία του ακτίστου φωτός, κατά τους ιερούς νηπτικούς της Εκκλησίας μας, είναι η ύψιστη κατάσταση που μπορεί να φτάσει κάποιος και αναφέρεται στους τελείους. Ήθελα πολλές φορές να τον ρωτήσω αν είχε τέτοια εμπειρία να δει το άκτιστο Φως. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως δεν αξιώθηκε ένας τέτοιος άνθρωπος με τέτοια πίστη στον Θεό αλλά και τέτοια ταπείνωση να δεχτεί την αποκάλυψη της δόξης του Θεού. Είχα την πίστη πως ο Γέροντας σίγουρα είδε το άγιο φώς, καθώς όλοι οι άνθρωποι που τον γνώριζαν μιλούσαν για την λάμψη φωτός του προσώπου του.Έτσι μια μέρα που τον επισκέφτηκα μαζί με ένα παιδί της ενορίας μας (αφού προσκυνήσαμε τα ιερά λείψανα, έψαλε τροπάρια αγίων, μας έχρισε με το ιερό έλαιο που έκαιγε μπροστά στις εικόνες και τα λείψανα, διαβάζοντας ευχές υπέρ υγείας φωτίσεως και σωτηρίας – αυτό γινόταν όλη μέρα σε όποιον και αν έμπαινε στην οικία του – περάσαμε στο καθιστικό όπου κερνούσε σε όλους χυμό πορτοκάλι), του έθεσα την ερώτηση αν έχει δει το Άγιο Φως. Εκείνος κατέβασε αμέσως το κεφάλι του, εγώ έκανα την ερώτηση και πάλι, και τότε έγνεψε αρνητικά. Του είπα λοιπόν: «λένε πως έχει ένα γαλάζιο φώς» και αυτός απάντησε: «ναι παιδί μου». Αναθάρρησα, είπα ότι θα μάθω, θα μου πει. Μας αποκάλυψε λοιπόν πως είχε δει το άγιο Φως αρκετές φορές αλλά η πιο συγκλονιστική ήταν στον ιερό ναό του τιμίου Προδρόμου στα Κάτω Πορόια. «Στις 24 Απριλίου του 1976, Μεγάλο Σάββατο, την ώρα της θείας λειτουργίας που έριχνα τις δάφνες στον ιερό ναό και έψαλλα “ανάστα ο Θεός”, όταν έφτασα στο δεξιό μέρος της αγίας τραπέζης, φως έλαμψε από ψηλά σαν αστραπή και με περιέλουσε ολόκληρο. Ένιωσα να φεύγω ολόκληρος από τον κόσμο αυτό, πλημμύρισε όλη η ψυχή μου χαρά και αγαλλίαση. Πολλά άτομα μέσα στον ναό ομολογούσαν πως πάνω στο κεφάλι μου έλαμψε φως και κράτησε αρκετά λεπτά. Αυτό έγινε όταν ήμουν εφημέριος εκεί στον Τίμιο Πρόδρομο, όπου υπηρέτησα από το 1973 έως το 1989».Αργότερα έμαθα ότι από τότε έζησε με την πρεσβυτέρα του σαν να ήταν αδέρφια και πως τότε απέκτησε το διορατικό και το ιαματικό χάρισμα. Την ίδια χρονιά επισκέφτηκε τον πρώην γραμματέα της κοινότητας Καμαρωτού, ο οποίος νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση στην κλινική Γαληνός. Του διάβασε ευχές υπέρ υγείας και τον σταύρωσε με έναν ξύλινο Σταυρό που έφερε πάντα μαζί του. Αμέσως ο ασθενής θεραπεύτηκε και απέστειλε ευχαριστήρια επιστολή, η οποία διαβάστηκε την Κυριακή στην εκκλησία του Καμαρωτού.Ποιμαντική διδασκαλίαΙδιαίτερη αγάπη έτρεφε στα παιδιά και τους νέους. Δεν ήθελε να κατακρίνουμε κανέναν και ιδίως αυτά για τα οποία ο Χριστός μίλησε με τόση τρυφερότητα. Ήθελε οι νέοι να έρχονται στην εκκλησία και ας έρχονται όπως θέλουν. Δεν ήθελε να τραυματίσουμε κανένα παιδί με την αυστηρή συμπεριφορά μας. Ήρθε κάποτε μία νέα κοπέλα στην ενορία για να την διαβάσει ο Γέροντας και κοντά του ήταν μια αφιερωμένη στον Θεό γυναίκα, η οποία επίπληξε την νέα γιατί είχε έρθει με παντελόνι. Ο Γέροντας δεν είπε τίποτα, διάβασε την νέα και της είπε με πολύ αγάπη αφού έφυγε η μοναχή: «Παιδί μου μη στεναχωριέσαι εσύ είχες τον πόνο σου και ήθελες να τον θεραπεύσεις γι’ αυτό ήρθες έτσι». Ήξερε πως και η μοναχή από υπερβάλλοντα ζήλο αντέδρασε έτσι και από ευγένεια δεν της είπε τίποτα. Έλεγε συνήθως: «Μην τα κατακρίνετε τα παιδιά, φταίνε πολλά πράγματα που είναι έτσι αντιδραστικά, η τηλεόραση, τα φαγητά που είναι γεμάτα με διάφορες ουσίες και ο εγωισμός από τους γονείς, γιατί τους απομακρύνει από τα παιδιά». Επίσης έλεγε: «Εμένα μην με κοιτάτε, εμένα με επισκέφτηκε η χάρις του Θεού από μικρό· αν δεν γινόταν αυτό ποιος ξέρει τι θα γινόμουνα».Αγαπούσε πολύ την εκκλησία, αγαπούσε τους επισκόπους, έρχονταν αρχιερείς να τον δούνε και ποτέ δεν έλεγε τίποτα, γιατί πίστευε πως δεν ήταν άξιος να τον επισκέπτονται οι αρχιερείς. Ήθελε η εκκλησία να είναι ψηλά στη συνείδηση του λαού, να κατέχει την πρωτοκαθεδρία στις καρδιές των ανθρώπων. Ένας από τους αρχιερείς που έρχονταν πολύ συχνά στον π. Ιωάννη ήταν ο μακαριστός Σιατίστης Αντώνιος. Επισκεπτόταν τον π. Ιωάννη πολύ συχνά και είχαν ο ένας για τον άλλον πολύ μεγάλη αγάπη που δεν διέφυγε την προσοχή των ανθρώπων.Δεν ήθελε να κατηγορούν την εκκλησία: «Όποιος κατηγορεί την εκκλησία, κατηγορεί τον Χριστό», υπενθύμιζε στους πιστούς. Σαν παράδειγμα μνημόνευε το γεγονός από τις πράξεις των Αποστόλων (Πράξ. 9,4-5) όπου o Σαούλ/Παύλος πριν την μεταστροφή του στον Χριστιανισμό δίωκε την Εκκλησία και ο Κύριος του αποκαλύφθηκε στο δρόμο προς την Δαμασκό και του είπε Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις. Έλεγε, πως τον Χριστό που μας αγαπά τόσο πολύ μόνο μέσα στην εκκλησία μπορούμε να τον βρούμε, εδώ πρέπει να τον βρούμε τόνιζε, και αν τον βρούμε, θα χαιρόμαστε την αιώνια ζωή από τώρα. Στην εκκλησία είναι η Θεοτόκος, στην εκκλησία είναι οι άγιοι, εδώ βλέπεις την αιώνια ζωή. Έφερνε σαν παράδειγμα τους αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη, που έζησαν τόσα χρόνια πριν, πως μας ακούνε, πως έρχονται και μας βοηθάνε, πως κάνουν τέτοια θαύματα σε όλον τον κόσμο, πως μας αποκάλυψαν την ζωή τους και το μαρτύριό τους για τον Χριστό. «Ορίστε, να η αιώνιος ζωή, αφού πέθαναν για τον Χριστό και είναι ζωντανοί, τι άλλο θέλουμε; Η πίστη μας είναι ζωντανή και μοναδική». Επίσης έλεγε σε όσους ρωτούσαν για τα ημερολόγια πως «δεν μας σώζουν τα ημερολόγια αλλά η Πίστη και τα έργα μας». Για το θέμα τον ταυτοτήτων είχε την επιθυμία να αναγράφεται στις ταυτότητες η ομολογία «Χριστιανός Ορθόδοξος».Χριστιανά τα τέληΗ κοίμησή του συνέβη στις 4 Αυγούστου του 2009 στο Νεοχώρι, που ήταν και ο τελευταίος σταθμός της ιερατικής του διακονίας . Στο κρεβάτι πλέον, για πολύ καιρό αποδυναμωμένος, περίμενε να τον καλέσει ο Κύριος που τόσο αγάπησε και με τόσο ζήλο υπηρέτησε, τηρώντας τον νόμο του, που συγκεφαλαιώνεται στις δύο εντολές, να αγαπήσεις τον Θεό σου, και τον πλησίον σου ως εαυτό σου. Πηγαίναμε για πολλούς μήνες και τον κοινωνούσαμε των Αχράντων Μυστηρίων. Πάντα περίμενε με ευλάβεια και όσο τον κρατούσαν τα πόδια του σηκωνότανε όρθιος μόνος του. Έπειτα προσπαθούσε να είναι όρθιος με την βοήθεια των παιδιών του, ή κάποιων ανθρώπων που τύχαινε να είναι στην οικία του. Όταν πλέον τον εγκατέλειψαν οι δυνάμεις του, περίμενε στο κρεβάτι, όπου βίωνε με ιώβεια υπομονή τους τελευταίους πόνους και εμείς δεν αντέχαμε να τον βλέπουμε να δοκιμάζεται.Κάποτε ανεβήκαμε μαζί με την πρεσβυτέρα μου Πηνελόπη να πάρουμε την ευχή του, συναισθανόμενοι ότι ο Γέροντας ετοιμάζεται να αφήσει τα επίγεια. Αφού τον ασπασθήκαμε για τελευταία φορά εν ζωή, φύγαμε από τη οικία του. Κοντά του ήταν η πρεσβυτέρα του Πολυξένη που του έκανε πολύ μεγάλη υπακοή όλα αυτά τα χρόνια, τα παιδιά του, η Θεοδώρα, ο Χρήστος και η νύφη του Αναστασία. Δεν πρόλαβε να περάσει μία ώρα και μας ενημέρωσαν τα παιδιά του για την κοίμησή του, την οποία βίωσαν ως μετάσταση. Σε σύντομο χρονικό διάστημα κατέφτασαν ιερείς της Μητροπόλεώς μας για να ετοιμάσουν το σκήνωμά του, να το ντύσουν τα ιερά άμφια, σύμφωνα με την παράδοση της εκκλησίας μας. Ο Σταυρός του, κατά παράδοξο τρόπο, παρατηρήσαμε πως ευωδίαζε. Πολλοί άνθρωποι που τον γνώρισαν και έμαθαν για την κοίμησή του, άρχισαν πολύ νωρίς να έρχονται για να πάρουν για τελευταία φορά την ευχή του. Το σκήνωμά του παρέμεινε ζεστό έως και την ώρα του ενταφιασμού του. Την επομένη έφτασε ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης μας κ. Μακάριος, πρωτοστάτησε και εκφώνησε τον επικήδειο λόγο για τον Γέροντα. Ψάλαμε όλοι μαζί την νεκρώσιμο ακολουθία εις ιερέα, οι ιερείς σήκωσαν το σεπτό του σκήνωμα και η πομπή όδευε στην τελευταία κατοικία του λειψάνου του. Ενταφιάστηκε πίσω από τον Ναό των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, στον τόπο που υπέδειξε και ετοίμασε ο ίδιος δύο χρόνια πριν. Ζήτησε να μοιραστεί το βιβλίο «Κατάθεση μαρτυρίας» που έγραψε ο ίδιος και φρόντισε να εκδοθεί με δικά του έξοδα, ευλογία την ημέρα της κηδείας του προς δόξαν του Τριαδικού Θεού.Ημέρα ηλιόλουστη, 4 του Αυγούστου, ώρα δώδεκα το μεσημέρι, ζέστη πολύ, όμως μαζί με την συγκίνηση και τον θρήνο όλων μας, ήρθε να θρηνήσει και η φύση, όπως διαβάζουμε στους βίους των Αγίων. Αμέσως μαζεύτηκαν σύννεφα και άρχισε να ψιχαλίζει για λίγο, με διάκριση έκλαψε για λίγο ο ουρανός, φόρεσε τα πένθιμα η φύση, και έπειτα για τον λόγο, ότι παραδίδαμε δίκαιο στη γη, ήρθε το φως του ηλίου για να μην χαλάσει η τελευταία ακολουθία του κόσμου με τον Γέροντα της Αγάπης.Ο Γέροντας ανέβηκε για τους ουρανούς κοντά στον Χριστό και στους πολυαγαπημένους του αγίους. Θα φύγω έλεγε αλλά θα σας βλέπω. Ο π. Ευσέβιος Βίττης είπε σε πνευματικοπαίδι του: παιδί μου, αν είδες τον παπα-Γιάννη του Νεοχωρίου, είδες Άγιο.Γεώργιος Ι. ΤραπεζανλίδηςΠρωτοπρεσβύτερος(πηγή: pemptousia.gr) ... See MoreSee Less
View on Facebook
Fr John Kalaïdis, † 4 August 2009In the Gospel of Saint Matthew, the disciples and, by extension, all Christians who desire to live in accordance with the word of God are called by the Lord, the light and salt of the earth, and also a city built on a hill which is visible on all sides. He stresses the world-saving dimensions of such a way of life, which arises from the connection of the life of the person with that of God and is the fruit of our free will and co-operation the Tri-Substantial God Who moves us- Who makes us like Him and changes us from mortals into gods by grace. Through this participation and their fine, virtuous lives filled with good works, Christians should evolve into magnets attracting others away from deceit and towards the truth, from the darkness of sin to the light of life, so that they can return to true life and render proper glory to the only true God.One such city, built so high that it could not escape the attention of other people, but drew them to it, in order to offer them rest and such a light that would illumine the world, which wanders in the darkness, and such salt that would bring healing to the septic wounds that sin brings to people, was the late Elder Ioannis from Neokhori. This fine elder of our times shone with his life in the Holy Spirit in our much-troubled generation which, on its way through its own desert, is being tested in our crisis- and pain-laden days, far from God.Childhood and YouthFather Ioannis Kalaïdis was born in Kamaroto, Serres, of God-fearing parents, Chrystostomos and Theodora, on 8 May 1925, on the feast of Saint John the Theologian. He was therefore given the name of the evangelist beloved by Our Lord, Ioannis, an action which illustrates the fear of God and also the love that his parents had for the Church and its saints.An important role in setting him on the right spiritual path was played by his mother, who was a woman of faith in and love for God and His Church. Theodora wanted her children to have God within them, and so she guided them in prayer and in regular attendance at church. This God-fearing woman was originally from Asia Minor, from Olympus in Bithynia. In Byzantine times, this mountain was the setting for the birth of a flourishing monastic state, equal in spiritual stature to the Thebaïd in Egypt or the Athonite state on the Holy Mountain, and it gave our Church a host of saints, ascetics and martyrs. In the tumultuous years of the iconoclast struggle, the monasteries were a beacon and stronghold of Orthodox faith and practice. This spirituality influenced the people of the region right down to the time of Ioannis’ mother, Theodora. And so, after the Asia Minor disaster, when these people were uprooted from the land of their fathers and lost their material possessions, they were yet able to retain within themselves the spiritual riches they had come to know.The Elder had great love for his mother, was excessively fond of her, and so from an early age on Kamaroto, Serres, he became the recipient of the spiritual instincts she herself had inherited and, from these instincts, there grew within him respect and love for God.The Elder’s childhood differed from the life of other children in that their priority was playing games, as was only natural. He himself was serious, however, and loved to go to church and stay inside it. He loved the life of the celebrant and wished to serve God in the same sacred capacity one day. He wished to become a priest, to belong to Christ’s clergy and to tend the same flock of reasoning sheep for which Christ gave His blood and life in a sacrifice to His Heavenly Father. He used to say: “As far as I remember, I used to go to church regularly and help the priest in the altar. And I would say that I wanted the good Lord to find me worthy of becoming a priest and serving Him. And the good Lord, Who hears all things, gave heed to my childhood prayer”.The Elder served in the Greek Army from 28 October 1947 to 20 March 1950. It was a very difficult time for Greece, since it coincided with the period when the already much-tormented Greek nation was also riven by the miseries of the civil war (1946-9). Father Ioannis loved his homeland very much and was greatly saddened by the violent pain the Greek nation was experiencing. He would say: “Brothers were handing over their brothers to be killed. A terrible thing”. Seeing fear and death reigning everywhere, he was in great pain and could not bear to see other people suffering. He himself was often at risk, and escaped certain death. The thrall of death and the absence of love shook the Elder deeply and so he had recourse to prayer for an end to the misery, for a cessation of hostilities, for God’s preservation for himself and other people and for the reign of peace among the Greek nation. Once when he was praying, he was granted a wonderful revelation: when he was saying the prayer of the heart in his barrack room, he saw the living Lord, as He is pictured in our churches in the icon of the Pantokrator, the Lord of All, and heard the voice of Christ soothing him. And he was, indeed, protected on more than one occasion by divine providence, as he himself recounts: “I thank the good Lord Who encouraged me and brought me safely out of the fire of war”. In August 1949, the civil war came to an end, and, once he had been demobbed, he returned safe and sound to his village and the bosom of his family.He was a pious man, faithful to God, simple, quiet, polite to everyone, hard-working and shy. His return to his village was not merely a return to his father’s house, to his parents, whom he honoured and respected, but also a return to the Church, which he had missed during his military service, and this had troubled him. While he was working in the fields, he never failed to get to church on Sundays, to study Scripture and to read the Christian publications of his time.In 1955, at the age of 30, untouched by bodily sin, he entered the legal state of matrimony with a lady called Polyxeni, with whom he had this first three children, Theodora, Christos and Sophia. The difficulties of family life did not hinder him in his spiritual duties. In any case, he could not live away from the Church and the divine liturgy and demonstrated great zeal to be in church, to stand before God and to pray for the salvation of himself and all other people. Temptation was not long in coming, however. Many other Christian people who saw him going to church with such eagerness, despite his daily fatigue from his work in the fields, began to bother him to such an extent that they forced him to go on the quiet and have thoughts of slackening his regular church attendance. When he was in the church and conferring with these thoughts, he received a divine indication not to abandon his holy custom, but to continue going to church. He heard this voice three times in his life and wept bitterly because he felt had saddened the Lord and betrayed Him as the apostle Peter had done. From that time on, he never again entertained such thoughts, but always took great care not to sadden the Lord, not only in his words and deeds, but also in his thoughts. He knew full well that the evil spirit first tries to seduce people away from the divine life by giving them thoughts and then attempts to do so with their bodies. And so he began the task of holy vigilance and did not neglect his church attendance. He omitted attending the liturgy only twice, as an enlisted man, when, because of his military duties, he was unable to fulfill his favourite task. Indeed, at the time, he made strong overtures to his superiors, requesting that he be allowed to continue his blessed custom, which was so well-pleasing to God, and warned them that the next time he would not comply with daily orders if they prevented his attendance at church. Until 1970, he served the church as sexton, parish councilor and chanter, always retaining the feeling that he had not offered the church anything at all. He had humility in his heart, not merely in his words and this humility accompanied him all the days of his life. And so, with such a life, the time eventually was ripe for him to become a priest.Priest of the Most High At the start of 1970, on 3 January, he had a strange dream, as he was fond of telling, especially to other clergymen, in order to emphasize that the priesthood is a gift from God: I saw His Eminence Ioannis, our Metropolitan summoning me to the metropolis and giving me the Gospel, telling me to read the verses “go forth and teach all the nations” (Matth. 28, 19). I read them and he said: “Good, by Saint John’s day I’ll make you a priest”. This dream came true a few months later when Fr. Yervasios summoned him to the metropolis and events turned out as he had foreseen. He was ordained on 3 July by the late Metropolitan Ioannis of Sidirokastro. He joy was indescribable and he retained it for the rest of his life.His speech was embellished with examples and advice, aimed at presenting the majesty of the God-given priesthood, but also the inimitable joy which God grants to his clergy. He believed that priests ought to glorify God day and night for making them such a gift, because no-one is worthy in themselves of being thus attired. He also used to say that, unless God willed, no-one would become a clergyman just by wanting to, because the Lord, calls, the Lord is the gate. He knew very well that God respects people’s freedom and does not abrogate our self-determination. His favourite narrative was from the book of Genesis, about Adam and Eve, about the image and likeness: it was his view that the whole of the theology of our Church was contained therein. He used examples from the Holy Gospel which demonstrated God’s providence. He used to say: “God has counted the hairs on our heads, and, unless He wills, not a single one falls to the ground. God wanted it; that’s why you became His priest”.In other words, since He shows such interest in smaller matters, how would He be careless over such a weighty concern as who would become the shepherd of His flock, who would teach, and who would celebrate the holy sacraments of His Church, through which he himself would be sanctified and would sanctify other people? And he added to this that the priesthood is superior to royal power and would tell other clergymen that it cannot be compared to any secular position on earth, and was not to be exchanged at any price: “If God gave me the chance to be a king or a priest, I would choose to be a priest every time”.He taught that the Servants of God (i.e. the clergy) should be very careful how they live, should be in constant communication with God through prayer, fight against sin all the time, be free of it, comfort people, perform their priestly functions and study the word of God: “Have a small copy of the Scriptures with you at all times, so you can read it whenever you want and keep your mind on God”. He urged priests to instruct the people of God, to encourage them with great love to follow Christ and keep his commandments, so as not to prove unworthy of their priesthood in the end, in the eyes of God. He never ceased to counsel humility, which gives solace to God and people, and revilement of pride, which is the fount of all evils: “Humility makes angels of people and pride makes the angels demons”. Priests wives, he advised, should be calm and hospitable and look after their husbands with love,. During a discussion at the house of the Elder, a hieromonk told us that the wife made half the priest. “Not half, Fr. Ioannis cried, “the whole!”. Indeed, the love of the wife for the church gives wings to the priest at her side.Fr. Ioannis served in various parishes in the region of the Metropolis of Sidirokastro and everywhere he went people loved him. When he was serving in Sidirokhori, in the church of Saint Kyriaki, he and his wife had their fourth child. This was when one of his first trials began, since the smallest and newest member of the family suffered from acute leukemia and the doctors at the hospital in Thessaloniki gave it only three months to live. And so the first black clouds gathered over the lives of the family. He had total confidence, however, and raised his hands to heaven, asking God to extend the life of young Philip. And, indeed, to the doctors’ great surprise, the child lived on and finally departed this life at the age of seven, in the Elder’s new parish in Kato Poria.In Kato Poria he served in the church of Saint John the Baptist, where he erected and finished the church of Saint Irene the Great Martyr. He also served in Leivadeia, in the church of Saint Dimitirios and in Neokhori, in the church of Saint George, where, with the assistance of many other pious folk, he built the church of Saints Raphael, Nicholas and Irene, whom he called the “duty doctors” for our own times. Today this church is a place of pilgrimage and His Eminence Makarios, Metropolitan of Sidirokastro, in recognition of the zeal and love for people which characterized the Elder, appointed him to the office of spiritual guide and protobresbyter on the day of the inauguration of the church. With his faith and humility, he won people’s hearts. The people who came to know him speak with great admiration of his personality, but he himself never had any such ambitions. He attributed everything to God’s grace and, did not wish to be called holy nor to be talked about for his virtues. Though the more as he courted anonymity, the more divine grace glorified him.His great love of prayerHe would dedicate a lot of time to prayer. In any case, prayer is a virtue, and the mother of virtues and, as a mother, introduces us into the secrets of communion with God, according to Mark the Hermit. The Elder was himself unceasing prayer, with the unification he offered people within themselves and with God. He performed all the services on a daily basis- the midnight office and matins- he read paraclitic canons and commemorated a multitude of names- and in the evenings read vespers and Compline, kept vigil and made his prayer to the Lord, the Mother of God and various saints of the Church. He would often pray for hours and, if he was celebrating the liturgy, would read the communion prayers and then those of thanksgiving. Until his old age, he would pray in church during services and the Divine Liturgy either standing or kneeling.He fasted throughout the year, eating only soup with rice, carrots and potatoes. Even when he was ill, he didn’t change this custom, no matter what his children and the doctors said. He would refer to Christ’s suffering, which He underwent for us, the curses and mocking, the scourging and whipping, the death on the Cross, so that we might understand the great love of the Lord for us, and also to be an example of patience and humility in our various trials and for us to live our lives in praise of God, looking to the crown of eternal glory on the day of His Second Coming. It was this great love of the Lord for us that attracted him to make such ascetic efforts.Once, Fr. Sotirios Vrambakis came to concelebrate with the Elder when the latter was already in his old age. Fr. Sotirios had already served with the Elder and me in Saint George’s in Neokhori, and he suggested going for a coffee. I insisted that we wait for the Elder, but Fr. Sotirios, who knew the habits of Fr. Ioannis well, said: “Father Ioannis? It’ll be noon before he comes out of the church!”. I later asked his wife, Polyxeni, if it was his custom to stay in church and pray after the Divine Liturgy and she revealed to me that he came home at one or two in the afternoon. I was surprised by her answer, because, apart from the fact that he was already of considerable age, he was also of a sickly disposition. There was one night when Elder Ioannis was deep in such a prayer to the Mother of God, which began in the evening and ended seven hours later, with him saying all the time “Most Holy Lady, save us”, interspersed with the Salutations. Suddenly Our Lady, the Mother of God appeared to him, alive and in a light, between two choirs of women saints, who were singing hymns to her. On the right was a choir of women martyrs who had suffered violent death for Christ and on the left the blessed women who had shone through their asceticism, abandoning the things of the world. The Mother of God, in her glory, greeted him and told him to counsel all, especially the clergy, to have recourse to her prayers, because then they would receive great grace in her name. At once, everything disappeared and he fainted.The Extent of his Love and PatienceHis asceticism, which grew from his love of God and his neighbour were a wonder to people. They were also surprised at his patience and the joy he felt at his illnesses. He never displayed the slightest irritation; his lips would simply whisper “Glory to You Our God, a thousand times glory to You”. When asked how it was possible to deal with things in this manner, he would answer: “Unless we feel pain, how will we understand? How will we feel the pain of our brother and how will we pray for him with pain in our heart?”. Precisely for this reason, which is strange for us, he counted the trials of his illnesses as blessings. He felt people inside him through their pain, and when he was praying would shed tears for them all, he felt the pain of all. Everyone found it strange that he was able to love in this way. As we mentioned above, his fourth child departed this earth at the age of seven; on another occasion he almost lost a grandchild, though, as he foretold, in the end the child survived; then there was the time he broke his hip; he had problems with his back and his breathing and many other things, but he would stand in front of the icon of the Mother of God and the pieces of the relics of his beloved Saints Raphael, Nicholas and Irene and intercede with pain for many people, commemorating them by name.How did he feel the pain of others so much when he didn’t know most of them? If we look deeply at the theology of our Church, we’ll see that all of this is because of union with God: within the love of God, we find ourselves and the whole world in an ontological union. This is achieved through the road taught by the Holy Church, with the stages of purification, illumination and deification. When people wish to work together with God, they become a real person. Everyone who was close to Fr. Ioannis and knew him saw people who were fearful, pained with the trials of life, disappointed and confused, coming to him and departing full of joy: they experienced their own personal miracle, were amazed when he already knew their requests, their problems, their names, and was able to find a solution to their problems. He wanted everyone to activate the great gift of faith in Christ, he advised people go to confession, to the anointing service, fasting and in prayer, and, with the permission of their confessor, to receive the holy sacraments with faith. He himself made his communion in the fear of God and tears always flowed from his eyes before he did so. He never became familiar with things holy and advised that we should take communion tearfully. If we couldn’t do so, he said, then at least we should offer a sigh in awareness of our sinfulness and the boundless gift of Christ. He would also say: “Always greet the holy icons when you go into a church. Imagine somebody coming to you house and not greeting you. You wouldn’t like it; you’d be upset at such behaviour”. The way he entered a church was indescribable, as people who knew him can attest: it took him about ten minutes to get to the altar, because he would stop in front of the icons and talk to them as if they were alive.There were lots of things that impressed me about Fr. Ioannis. I once went with the hieromonk friend to see him. When we’d talked and stood up to leave, he wanted to do something to please the hieromonk. He took some fruit and put it into his hand, but the other priest, out of politeness and shyness, didn’t want to take it, because he had no need. The Elder then left us speechless when he said: “I need it, that’s why I’m giving it to you”. He knew that if you did a good deed to somebody, you did it to God and that our salvation depends on our love for our neighbours. He had a special way of teaching: he taught with his life. He also said, and meant it from his soul, from his being, that he was the least priest in Greece, he called himself pitiful and “food for the worms”, while he would always kiss the hand of the bishops of our Church and also of younger priests. After the Divine Liturgy he would kiss us on the forehead and when I complained and said “Don’t, Elder, I’m all sweaty”, he would reply “That’s not sweat, son, it’s holy water”.Divine ExperiencesAccording to the niptic Fathers of our Church, vision of the uncreated light is the supreme condition to which we can attain, and is granted to the perfect. I often wanted to ask him if he had had such an experience and had seen the uncreated light. I couldn’t believe that such a person, with such faith in God and such humility wouldn’t be found worthy of receiving the revelation of His glory. I did believe, however, that the Elder had certainly seen the holy light, because everyone who knew him spoke of the shining brightness of his face.So one day when I was visiting him with a young man from my parish, (after we’d reverenced the holy relics, he sang hymns to the saints and anointed us with the holy oil that was burning in front of the icons and relics, reading prayers for health, illumination and salvation- this happened all day, every time anyone visited his house- we went into the sitting-room where he gave everyone some orange juice) I asked him whether he had ever seen the holy light. He lowered his head immediately, and when I asked him again, shook it. So I said to him, “They say it has a bluish tinge” and he replied “Yes, son, it does”. I was determined to get him to tell us. And then he told us that he’d seen the holy light a few times, but the most moving was in the church of the Honourable Forerunner in Kato Poria. “It was 24 April, 1976, Great Saturday, at the time in the Divine Liturgy when I was throwing the laurel leaves in the church and singing ‘Arise, God’. When I got to the right side of the altar, light was shining down from above like lightning and it engulfed me totally. I felt that the whole of me was leaving this world, my soul was filled with joy and gladness. A lot of people in the church said that a light was shining over my head, and it lasted a good few minutes. That happened when I was the parish priest there at the Honourable Forerunner’s, where I served from 1973 to 1989”.I later learned that from then on he lived with his wife as if they were brother and sister and that it was then he received the gifts of foresight and healing. In the same year, he visited the former secretary of the community of Kamaroto, who was being treated in the Galinos clinic and was in a critical condition. He read prayers for the man’s health and made the sign of the Cross over him with a wooden cross which he always had with him. The man immediately recovered and sent a letter of thanks which was read out in the church of Kamaroto on Sunday.Pastoral TeachingHe had a particular affection for children and young people. He never wanted to criticize any one, especially those of whom Christ spoke with such gentleness. He wanted young people to come to church, whenever they felt like it. He didn’t want us to hurt any child with our harsh behaviour. There was one time a young girl came into the parish church for the Elder to read a prayer over her, and there was a nun standing beside him who told the girl off for coming in trousers. He said nothing, just read the prayer and, when the nun had left, he told the girl with great love: “Child, don’t worry. You were in pain and you came to be healed. That’s why you came like that”. He knew that the nun had acted from a surfeit of zeal and, out of politeness, said nothing to her. He would often say: “Don’t criticize the kids. Lots of things are wrong and that’s why they react the way they do: television, the food that’s full of various substances and the selfishness of the parents that distances them from their children”. He also used to say: “Don’t look at me. I was visited by God’s grace when I was only little. Otherwise who knows what I would have become”.He loved the Church very much, loved the bishops. Some would come to visit him, but he would never say anything, because he believed he was unworthy of being visited by hierarchs. He wanted people to have a high opinion of the Church, for it to have pride of place in people’s hearts. One of the bishops who came very often to Fr. Ioannis was the late Metropolitan Antonios of Siatista. There was a strong bond of mutual love between them which did not escape people’s attention.He did not want people criticizing the Church. “If you criticize the Church, you’re criticizing Christ”, he would tell the faithful. As an example he would recall the event in Acts (9, 4-5) where Saul/Paul, before his conversion to Christianity, persecuted the Church. The Lord was revealed to him on the road to Damascus and said to him: “Saul, Saul, why do you persecute me?”. He said that we can find the Christ Who loves us so much only in the Church. This is where we must find Him and, if we do, we’ll enjoy eternal life from the here and now. In the Church is the Mother of God, the Saints; this is where you see eternal life. He would quote as examples Saints Raphael, Nicholas and Irene, who lived so many years before us but hear us, come and help us, do so many miracles all over the world, have revealed their lives to us and their martyrdom for Christ. “There you are. That’s eternal life. They died for Christ and are still alive. What more do we want? Our faith is living and unique”. He would also tell people who asked him about the calendar question that “It’s not calendars that save us, but our faith and works”. On the issue of identity cards, he wanted “Orthodox Christian” to be written on them.A Christian EndingFr Ioannis fell asleep in the Lord on 4 August, 2009, in Neokhori, which was also the last stage in his priestly service. Bed-ridden by then, and much weakened for a long time, he waited to be called by the Lord, Whom he loved so much and served with such zeal, keeping His law, which is summarized in the two commandments of loving God, and your neighbour as yourself. For months we would go and take him the Holy Sacraments. He always waited with reverence and, as long as legs supported him, he would stand up by himself. Later he tried to stand with the assistance of his children or any persons who happened to be in the house at the time. When his strength finally deserted him, he stayed in bed, where he lived through the last pain with the patience of Job, though it was difficult for us to see him thus tested.On one occasion, my wife Penelope and I went to get his blessing, sensing that the Elder was about to depart this mortal life. When we had hugged him for the last time alive we left his house. With him were his wife, Polyxeni, who had shown great obedience to him all those years and his children Theodora, Christos and his daughter-in-law, Anastasia. Before even an hour had passed, his children told us of his departure, which they experienced as a migration. In a short space of time, priests came from our Metropolis to prepare his body and dress it in his priestly vestments, in accordance with the tradition of our Church. We noticed that, strangely, his Cross gave off a sweet scent. Many of the people who had known him and had learned of his departure began very early to come and take his blessing for the last time. His body remained warm until the time came for his internment. The next day, His Eminence Makarios, our Metropolitan, led the service and delivered the address for the Elder. Together we all sang the funeral service for a priest and then the priests lifted up his venerable body and the cortege set off for the final home of his relics. He was buried behind the church of Saints Raphael, Nicholas and Irene, in a place he himself had chosen and prepared. He requested that the book “The Witness’ Testimony”, which he had written and had had published at his own expense, be distributed on the day of his funeral as a gift to those present, to the glory of the Triune God.4 August was a sunny day. At midday it was very hot, but together with the emotion and mourning of all of us, nature decided to join in, just as we read in the Lives of the Saints. Clouds immediately gathered and it began to drizzle for a while; the sky discreetly wept for a little, nature dressed in mourning for a little, and then, because we had rendered justice to the earth, the sun came out again, so as not to spoil that last service on earth of the Elder of Love.The Elder ascended into heaven to be with Christ and His beloved saints. He used to say: “I’ll leave, but I’ll still see you”. Father Efsevios Vittis said to one of his spiritual children: “Son, if you’ve seen Papa-Yannis from Neokhori, you’ve seen a saint.By Protopresbyter Georgios Trapezanlides(source: pemptousia.com) ... See MoreSee Less
View on Facebook

UPDATES FROM OUR GALLERY

See More